Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013


Νικόλας  Μιχαήλ  Τυλλιανάκης

Νυμφών 35, Γλυφάδα 16561 - Τηλ:210 9643860 & 6944 367268


 

 

                                                                           25 Οκτώβριου 2011

Προς τους :



Αξιότιμους Εκπροσώπους

του Ελληνικού Κοινοβουλίου

       

Προτάσεις μου για έξοδο από τα σημερινά αδιέξοδα που σήμερα επιβάλλεται επειγόντως να τις ξανακοιτάξουμε, να τις επαναξιολογήσουμε και να τις εντάξουμε ουσιαστικά στο συνολικό προγραμματισμό διαχείρισης της παρούσας κρίσης.

____________________________________

 

Αξιότιμοι Εκπρόσωποι:

Στη προσπάθειά μου να συνεισφέρω στήν επίλυση των σημερινών οικονομικών αδιεξόδων που αντιμετωπίζει η χώρα μας , σας γνωρίζω τις παρακάτω σχετικές προτάσεις μου κατά το παρελθόν.

Σπούδασα και εργάσθηκα στις ΗΠΑ σε ανώτατες θέσεις του τραπεζικού τομέα.     

Το έτος 1985 , από τη θέση του Προέδρου & Διευθύνοντος Συμβούλου της τράπεζας Broadway Bank of Chicago στις ΗΠΑ, ανταποκρίθηκα  θετικά στο τότε κάλεσμα της Ελληνικής Κυβέρνησης προς τους επιστήμονες του εξωτερικού για να προσφέρουν τη τεχνογνωσία τους στη πατρίδα.

Προς τούτο και παραιτούμενος από τη θέση μου μετακόμισα  στην Αθήνα όπου εργάσθηκα σε ανώτατες θέσεις του δημόσιου και του τραπεζικού τομέα.

   

Σε σειρά δημοσίων παρεμβάσεών μου, με άρθρα στον πολιτικό και οικονομικό τύπο τη δεκαετία του’90,είχα προσδιορίσει και περιγράψει κάποια από τα σοβαρά αδιέξοδα που τότε αντιμετωπίζαμε και που αντιμετωπίζουμε και σήμερα με ανεξέλεγκτους ρυθμούs και είχα προτείνει λύσεις για το ξεπέρασμά τους. Για τις λεπτομέρειες αυτών των προτάσεων και την επαγγελματική και επιστημονική διαδρομή μου στις ΗΠΑ και την Ελλάδα σας παραπέμπω στις δημοσιευθείσες εργασίες μου.

  

Είμαι εξ αντικειμένου βέβαιος ότι οι εν λόγω προτάσεις μου καθίστανται και σήμερα άκρως επίκαιρες και συγκλίνουν με τις θέσεις και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανατρέξατε σε αυτές τις προτάσεις για μια "προβολή" των θετικών επιπτώσεων που θα είχαν αυτές σήμερα στο διαμορφωθέν και διαμορφούμενο μικρο-μακροοικονομικό περιβάλλον. Τότε όμως στο βαθύ κράτος , τη δύσβατη και αναξιοκρατική γραφειοκρατία προείχαν και επεκράτησαν "προσεγγίσεις και λύσεις" έχουσες αποκλίνουσες κατευθύνσεις και ροπές προς τα προτεινόμενα.


Σαν αποτέλεσμα οι προτάσεις αυτές αγνοήθηκαν παντελώς και δεν υλοποιήθηκαν από τους αρμόδιους εκπροσώπους της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, τους πολιτικούς φορείς, αλλά και τα ανώτατα στελέχη του δημόσιου τομέα.


Σημερινό αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, απο τη  μη εφαρμογή τους είναι να καταγράφεται σήμερα, σε οιονδήποτε βαθμό, μια έντονα κλιμακούμενη  αρνητική επίδρασή στην εντροπία του συνολικού οικονομικό-κοινωνικού συστήματος της χώρας και να το οδηγεί σταθερά σε απορρύθμιση.    


Ειδικότερα πρότεινα εξειδικευμένες προσεγγίσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν βασικές κατευθυντήριες παραμέτρους στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση Πολιτικών  στην Οικονομία, τη Δημόσια Διοίκηση και το Τραπεζικό  Σύστημα, με αναφορά στο στρατηγικό, τακτικό και λειτουργικό επίπεδο των δομών τους.        

Η χώρα μας βρίσκεται στη δίνη της πρωτοφανούς σημερινής οικονομικής κρίσης, που με γοργούς ρυθμούς εξελίσσεται και σε κοινωνική κρίση και η διαμορφούμενη κατάσταση θέτει από μόνη της όλους μας, πολίτες και πολιτικό σύστημα, μπροστά στη μεγαλύτερη μεταπολεμικά πρόκληση για την Ελλάδα και τους Έλληνες. 
 
Επιβάλλεται να βάλουμε τέλος στους «μύθους» και στις χρόνιες καχεξίες και υστερήσεις ενός συστήματος που με τον τρόπο λειτουργίας του επί δεκαετίες υπονόμευσε τις αναπτυξιακές προοπτικές και ενταφίασε τις πραγματικές δυνατότητες αυτού του τόπου.


Σήμερα, άμεσα, τώρα, χρειαζόμαστε νέες πολιτικές, νέες λύσεις, νέες αντιλήψεις και την προώθηση των διαρθρωτικών εκσυγχρονιστικών και αναπτυξιακών διαδικασιών σε όλα τα επίπεδα της Οικονομίας, της Δημόσιας Διοίκησης και Τραπεζικού Συστήματος, μέσα όμως από την ικανοποίηση της βασικής προϋπόθεσης και ικανής και αναγκαίας συνθήκης αυτής δηλαδή της αξιοκρατικής αξιολόγησης και επιλογής του ανώτατου στελεχιακού δυναμικού των παραπάνω τομέων.

Eίναι εμφανέστατη σήμερα η αναντιστοιχία των πολιτικών με το εύρος,το βάθος και την αλληλοεπικάλυψη των συσσωρευμένων προβλημάτων και των δομικών στρεβλώσεων σε αυτούς τους τομείς.   

     

Σας υποβάλλω τη πρότασή μου στην  Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, στο σημερινό περιβάλλον της πολύπλευρης εθνικής κρίσης, να επαναξιολογήσει τα ανώτατα στελέχη του δημόσιου τομέα μέσα από ένα νέο πλέγμα κριτηρίων που να συμπεριλαμβάνουν  μεταξύ των άλλων: τη δέσμευσή των στελεχών για την επίτευξη συγκεκριμένων προσδιορισθέντων στόχων στα πλαίσια της Συνολικής Στρατηγικής Διαχείρισης της Κρίσης, τη μέχρι σήμερα ιστορική επαγγελματική διαδρομή τους, τη σημερινή πρακτική τους, τη συμβολή τους στο συνολικό σχεδιασμό των δομών που διοικούν, τη μέχρι σήμερα συμβολή τους στον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των τομέων υπευθυνότητάς των.

 

Το βαρύνον και φυσικά κυρίαρχο αξιολογικό ερώτημα, είναι ο προσδιορισμός των κριτηρίων της συμβολής στη διαμόρφωση, στη συσσώρευση και επισώρευση ,στη διατήρηση και συντήρηση των διαρθρωτικών στρεβλώσεων στους προαναφερθέντες τομείς ,στις επιπλοκές και τις διαπλοκές του.

Παράλληλα η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας θα ήταν δυνατό στις σημερινές συνθήκες να προσδιορίσει, εντοπίσει και να αξιολογήσει και άλλα ικανότατα στελέχη από την αγορά και να τους εντάξει στο συνολικό σχεδιασμό διαχείρισης της αντιμετωπιζόμενης βαθύτατης κρίσης.



Είναι γνωστό ότι η χώρα μας διαθέτει ικανότατα επαγγελματικά και επιστημονικά στελέχη ,με ενθουσιασμό και με πρωτογενή τεχνογνωσία που όμως οι παρούσες δομές ή τα έχουν εξοστρακίσει ή θέτουν προϋποθέσεις ξένες με την κατάρτιση και την επαγγελματική των προοπτική.

Αυτό το νέο στελεχιακό δυναμικό θα μπορούσε να πλαισιώσει το υφιστάμενο, να το ανανεώσει,να το εμπλουτίσει και να εκσυγχρονίσει τη σκέψη του, συμβάλλοντας θετικά, έστω και στο βαθμό του στη λειτουργική αποτελεσματικότητα και οικονομική αποδοτικότητα των οργανωτικών δομών και τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών και λειτουργικού περιβάλλοντος για τη βελτίωση της συνολικής εταιρικής παραγωγικότητας.

   

Προτείνω τα παραπάνω να ενταχθούν σε ένα νέο στρατηγικό σχεδιασμό διαχείρισης της σημερινής κρίσης αλλά και να αποτελέσουν βασικές παραμέτρους σε μελλοντικούς τέτοιους στρατηγικούς σχεδιασμούς.

Ο σκληρός πυρήνας του προβλήματος της χώρας μας διαμορφώνεται και από τήν ανυπαρξία «Τεχνολογίας της Διοίκησης–Management Technology» στους τομείς :     

·         Δημόσιας Διοίκησης 

·         Τραπεζικού Συστήματος 

·         Οικονομίας                   

διαπερνά οριζοντίως και καθέτως τις δομές των στο :

·         Στρατηγικό  

·         Τακτικό

·         Λειτουργικό

ενώ διαχρονικά  συνέβαλε και συμβάλλει ουσιαστικά και στη διαμόρφωση του σκληρού πυρήνα του δημοσιονομικού  προβλήματος που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

   

Το έτος 1985 με ανιδιοτέλεια ανταποκρίθηκα θετικά στο κάλεσμα της τότε κυβέρνησης προς τους επιστήμονες του εξωτερικού για να προσφέρουν στη πατρίδα.


Έτσι και σήμερα, σε αυτή την πλέον δύσκολη και κρίσιμη φάση είμαι έτοιμος να ανταποκριθώ σε αντίστοιχο κάλεσμα, θεωρώντας αυτή την πράξη μου αυτονόητο χρέος ως Έλληνα Πολίτη.


Με σεβασμό είμαι στη διάθεσή του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

  

Νικόλας Μιχαήλ Τυλλιανάκης                                  

 

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΝΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ  ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΟ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ  & ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

 

·         ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

·         ΔΗΜΟΣΙΑΣ  ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

·         ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

 

 

Άρθρα-θέσεις-προτάσεις  δημοσιευθέντα στον οικονομικό τύπο τη χρονική περ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ  ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΝΟΤΗΤΕΣ Ι & ΙΙ

 

 

 

I. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

 

 

1.  « Εκσυγχρονισμός & Ανάπτυξη »

              Εφημερίδα Έθνος 13-10-1992

 

2.  « Ανταγωνισμός και δομή αγοράς »

              Εφημερίδα Έθνος 1990.

 

3.  « Άλλο Ανάπτυξη και άλλο Μεγέθυνση του Α.Ε.Π»

              Εφημερίδα Έθνος 1992

                               

                          4.  «Η Σοφοκλέους στηρίζεται από την Εθνική

                                      Παραγωγή;»

              Εφημερίδα Καθημερινή 29-5 1992.

 

5.  « Οι υπηρεσίες της Σοφοκλέους και η Εθνική

        Παραγωγή »

              Περιοδικό ΕΝΑ 13-1-1993

 

6.  « Η Σοφοκλέους, η αξιοπιστία των εταιριών και η 

         αύξηση της παραγωγής »

              Εφημερίδα Καθημερινή 12-3-1995

 

 

 

 

 

 

 

II. ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

 

7.  « Εκσυγχρονίστε τις Ιερές Αγελάδες - Τραπεζες »

              Περιοδικό Money & Life   Μάιος 1997

 

 

8.  « Ο Εκσυγχρονισμός του Τραπεζικού Τομέα »

  Εφημερίδα Οικονομική Καθημερινή  14-1-1995

 

 

9.   « Τραπεζικό Σύστημα: Σχεδιασμός Προοπτικής &

          Διαρθρωτικός εκσυγχρονισμός »

  Εφημερίδα Ναυτεμπορική 28-1-1994

 

10.  « Εκσυγχρονισμός του Τραπεζικού τομέα »

  Περιοδικό Manager Σεπτέμβριος 1992

 

 

11.  « Τραπεζικός Τομέας: Αποκανονικοποίηση και

            Εκσυγχρονισμός »

  Εφημερίδα Κέρδος 2-4-1992   

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΡΘΡΟ 1

 

«Εκσυγχρονισμός και Aνάπτυξη»

του   Νικόλα  Τυλλιανάκη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» της 13-10-1992

 

 

 

Κρίνεται καταρχήν απαραίτητο σε αυτή τη θεώρηση, να προσδιοριστεί  η έννοια το Εκσυγχρονισμού.

 

Μια έννοια που μόνο κάτω από  ιδεολογικές και πολιτικές φορτίσεις αντιμετωπίζουμε.

 

Η Εθνική Οικονομία σε αυτή τη προσέγγιση θεωρείται ως ένα «συνολικό» Σύστημα που η συνολικότητά του προσδιορίζεται από το «άθροισμα» ενός πλήθους υπό-συστημάτων  οργανικά διασυνδεδεμένων μεταξύ τους.

 

Το λειτουργικό αποτέλεσμα του συστήματος  εκφράζεται με τους οικονομικούς του δείκτες.

 

Ο Εκσυγχρονισμός ενός συστήματος αναφέρεται σε ένα πλέγμα συγκεκριμένων διαρθρωτικών παρεμβάσεων  στη δομή του, με στόχο τον επαναπροσδιορισμό του, που προσδιορίζουν και το τελικό λειτουργικό αποτέλεσμα του συστήματος.

 

Μια Εκσυγχρονιστική, όπως η παραπάνω παρέμβαση στο Σύστημα της Εθνικής Οικονομίας, που είναι ένα «ανοικτό  σύστημα», open-ended, με αποδυναμωμένα  «σημεία» επανατροφοδότησης και ελέγχου, ευπαθή ισορροπία  και στρεβλωμένη δομή, είναι ένα πολυσύνθετο τεχνικά και επιστημονικά εγχείρημα.

 

Απαιτεί  επιστημονική εξειδίκευση και συναφή επαγγελματική εμπειρία.

 

Ο βασικός στόχος μιας τέτοιας  Εκσυγχρονιστικής  Διαδικασίας είναι η συμβολή της στον Αναπτυξιακό Προσανατολισμό της Οικονομίας μέσα από την ικανοποίηση δύο βασικών προϋποθέσεων τη βελτίωση της:  παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

 

Όμως τα μέχρι τώρα κριτήρια και παράμετροι που προσδιόριζαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αν δεν έχουν ήδη βασικά  ανατραπεί, έχουν επαναπροσδιορισθεί  και εμπλουτισθεί με νέα.

 

 

Ο ανταγωνισμός.

 

Κατά συνέπεια, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας συναρτάται, όχι μόνο, όπως μέχρι τώρα με τη βελτίωση της  παραγωγικότητάς της, αλλά και με την έγκαιρη προσαρμογή της παραγωγής  στη διεθνή ζήτηση  όπως αυτή διαμορφώνεται  από τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό που έχει υπερβεί τα μέχρι τώρα παραδοσιακά πλαίσια  διαμόρφωσής του.

 

Θα πρέπει ως εκ τούτου η παρέμβαση διαρθρωτικών προδιαγραφών στο σύστημα να είναι ενταγμένη  σε μια δυναμική στρατηγική  που να στοχεύει στην αναδιοργάνωση και  αναδιάρθρωση της παραγωγής  σε εναρμόνιση και «αντιστοιχία» με τους ρυθμούς, την ένταση και τη δυναμική του διεθνούς ανταγωνιστικού πλαισίου .

Είναι απαραίτητο σε αυτή την εκσυγχρονιστική διαδικασία να συνεκτιμήσει κανείς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κοινωνικοοικονομικής δομής του συστήματος. Διότι αυτή η εκσυγχρονιστική διαδικασία θα πρέπει να «περάσει» το σύστημα της οικονομίας  από μια φάση προσαρμογής η οποία ενσωματώνει  ένα κόστος οικονομικό και πολλές φορές κοινωνικό.

 

Το κόστος αυτό της προσαρμογής διαμορφώνεται από το γεγονός  ότι ο επαναπροσδιορισμός της δομής του συστήματος  απορρίπτει εξ αντικειμένου  τα «ενσωματωμένα  συμφέρονται – vested interests» που έχουν από πολλού ενσωματωθεί  στη παραγωγική του βάση  παράγοντας  έτσι «ρήξεις» και «τομές» στον κοινωνικοοικονομικό ιστό του.

 

Η αξιολόγηση, η αποτίμηση και ο προγραμματισμός αυτού του κόστους προσαρμογής είναι στοιχείο επιτυχίας του Τακτικού σκέλους αυτής της Στρατηγικής, ενώ η αξιόπιστη  και με κοινωνικά κριτήρια κατανομή του κόστους σε εθνικό επίπεδο θα προσδιορίσει και την τελική επιτυχία του εκχειρήματος.

 

Η Εκσυγχρονιστική Διαρθρωτική Διαδικασία θα πρέπει να σχεδιασθεί  και υλοποιηθεί  μέσα στα πλαίσια της εννοιολογικής διαφοροποίησης του όρου Ανάπτυξη από εκείνης της Μεγέθυνσης.

 

 

Τα μεγέθη.

 

Στη περίπτωση της Μεγέθυνσης, παρότι  οδηγούμεθα στη μεγέθυνση των οικονομικών μεγεθών, κινδυνεύουμε να έχουμε τα συμπτώματα της διατήρησης και αναπαραγωγής αρκετών στοιχείων και στρεβλώσεων της  παλαιάς δομής.

 

Αντίθετα η έννοια της Ανάπτυξης ενσωματώνει εννοιολογικά και τεχνικά την οριοθέτηση και αποδοχή διαρθρωτικών εκσυγχρονιστικών διαδικασιών, έτσι ώστε να έχουμε, παράλληλα, βραχυπρόθεσμα μια μεγέθυνση μεγεθών και μια σημαντική θετική επίπτωση στη βελτίωση της παραγωγικότητας.

 

Η Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική  που υλοποιείται μέσα από μία Εκσυγχρονιστική Διαδικασία, θα πρέπει απαραίτητα  να θεωρεί και τα χαρακτηριστικά της δομής του συστήματος της οικονομίας που χαρακτηρίζεται από ένα μειωμένο βαθμό δράσης-αντίδρασης, την εγγενή αδυναμία του  να περάσει σε μια φάση αυτορρύθμισης  και τις διαρθρωτικές αδυναμίες του. Του συστήματος της οικονομίας, όπου ως αποτέλεσμα  των πρόσφατων αποφάσεων του Μάαστριχ, η μακροοικονομική πολιτική για τα επόμενα χρόνια θα πρέπει  κινηθεί σε ένα πλαίσιο που προσδιορίζεται από συγκεκριμένους δημοσιονομικούς και νομισματικούς στόχους.

 

Το Μακροοικονομικό περιβάλλον, θα πρέπει να δημιουργηθεί  προκειμένου να ωφεληθούμε από τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η διαμόρφωση της Ενιαίας Αγοράς, θα πρέπει να είναι ευνοϊκό, διευκολύνοντας και προωθώντας της επενδύσεις.

 

Κατά την άποψή μας, το πρόβλημα της Ανάπτυξης της Εθνικής Οικονομίας θα πρέπει  κατ’ ανάγκη να το θεωρήσουμε μέσα από το πλαίσιο του διαρθρωτικού εκσυγχρονισμού της.

 

Διαφορετικά, η όποια πολιτική προς τούτο, δηλαδή απλής  διεύρυνσης  των οικονομικών μεγεθών, θα είναι αναποτελεσματική.

 

Η καταρχήν Σταθεροποίηση και μετά Ανάπτυξη της οικονομίας, απλώς μετατοπίζει  το σημείο «ισορροπίας»  του συστήματος, δεν εξαλείφει όμως τις διαρθρωτικές στρεβλώσεις  της παραγωγικής του βάσης, δεν αντιμετωπίζει  σε όλο της το φάσμα τις αιτίες που προκαλούν τις πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία και δεν αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ή έγκαιρα το θέμα της Ανάπτυξης.

Απλώς το μεταθέτει χρονικά.

 

Η Εφαρμογή

 

Η σταθεροποίηση με απλή μετατόπιση του σημείου «ισορροπίας» του συστήματος  σε χαμηλότερο επίπεδο ,χωρίς τις αναγκαίες διαρθρωτικές παρεμβάσεις σε αυτό, «ανακόπτει τη δυναμική» της οιασδήποτε μέχρι τώρα συμπεριφοράς του συστήματος της οικονομίας.

Αποτελεί «χρυσό κανόνα» για τους επαΐοντες  ότι η οικονομική θεωρία δεν παρέχει ένα σύνολο κατασταλαγμένων συμπερασμάτων άμεσης, «άνευ επεξεργασίας», δυνατότητας εφαρμογής  στα οικονομικά προβλήματα.

 

Είναι, θα έλεγε κανείς, μάλλον μια μέθοδος-μεθοδολογία ,ένας «μηχανισμός λειτουργίας» του μυαλού , μια τεχνική σκέψης, που βοηθούν αυτόν που πραγματικά κατέχει την οικονομική επιστήμη ,να συλλαμβάνει, να σχεδιάζει και να υλοποιεί ρεαλιστικά εφαρμόσιμες λύσεις ,συνάγοντας και οδηγούμενος σε ορθά συμπεράσματα και ρεαλιστικά αποτελέσματα.

 

Το θέμα του Εκσυγχρονισμού της Εθνικής Οικονομίας  δεν είναι δόγμα ή ιδεολογισμός.

Είναι μία πάρα πολύ σοβαρή αν όχι η σοβαρότερη υπόθεση, που αφορά και στην επιβίωση του Έθνους.

 

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Έθνος» στις 13-10-1992

 
ΑΡΘΡΟ 2

 

«Ανταγωνισμός & Δομή Αγοράς »

του   Νικόλα  Τυλλιανάκη

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» το 1990

 

 

Σχεδιάζονται και υλοποιούνται διαδικασίας Αποκανονικοποίησης ή Φιλελευθεροποίησης τομέων/κλάδων της εθνικής οικονομίας, «ενταγμένες» στην προοπτική δημιουργίας μιας ελεύθερης οικονομίας της αγοράς.

 

Η επικρατούσα συλλογιστική είναι ότι με την άρση ή αποδυνάμωση του κρατικού ρυθμιστικού πλαισίου, η ανταγωνιστικές δυνάμεις της αγοράς από μόνες τους θα ενεργήσουν έτσι ώστε να επιτευχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτών των τομέων/κλάδων και η μακροπρόθεσμη ισορρόπηση τους σε ανταγωνιστικό επίπεδο τιμών.

 

Στο σχεδιασμό αυτής της στρατηγικής είναι εμφανές ότι δεν έχει ληφθεί καταρχήν υπόψη το στοιχείο της μέχρι τώρα ύπαρξης ή όχι της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών των τομέων/κλάδων αφενός και μιας επαρκούς υποδομής και κανονιστικού πλαισίου της αγοράς αφετέρου.

Θα πρέπει σ’ αυτήν τη θεώρηση να διευκρινίσουμε ότι εννοιολογικά αλλά και ουσιαστικά υφίσταται μια βασική διαφορά μεταξύ ανταγωνιστικά διαρθρωμένων αγορών και ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων μέσα σ’ αυτές.

 

Η ανταγωνιστική διάρθρωση και δομή μιας αγοράς πολύ απλά αναφέρεται στο υφιστάμενο πλαίσιο και τους ανάλογους μηχανισμούς που υφίστανται με σκοπό τη δυνατότητα ελαχιστοποίησης ή αποτροπής οιασδήποτε επιχείρησης ενός τομέα/κλάδου να επηρεάσει την τιμή ή όρους διάθεσης του προϊόντος της.

Αυτή η ανταγωνιστικά δομημένη και διαρθρωμένη αγορά έχει τα οργανωτικά χαρακτηριστικά που ενθαρρύνουν την ανταγωνιστική συμπεριφορά μεταξύ των επιχειρήσεων και ωθεί σε μακροπρόθεσμη ισορροπία αυτούς τους τομείς/κλάδους.

 

Οι δύο βασικές υποθέσεις της θεωρίας του ανταγωνισμού συνοψίζονται στο γεγονός ότι μια επιχείρηση θα πρέπει να είναι «αποδέκτης τιμής»-price taker–να αποδέχεται δηλ. την επικρατούσα κάθε φορά ανταγωνιστική μέση τιμή της αγοράς και να διαθέτει την ικανότητα διαφοροποίησης του ρυθμού παραγωγής ή πωλήσεών της, χωρίς να επιφέρει σημαντικές επιδράσεις στην επικρατούσα μέση τιμή του προϊόντος της στην αγορά.

Αυτή η επιχείρηση έχει κατά συνέπεια τη δυνατότητα ανταγωνιστικής λειτουργίας σε διαφορετικές συνθήκες της αγοράς μέσω μεταβολής του ρυθμού παραγωγής της ή των πωλήσεών της, επιδεικνύοντας έτσι έναν υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητας στις τάσεις της αγοράς.

Ο αντίστοιχος τομέας/κλάδος θα πρέπει να αποδέχεται και υιοθετεί την ελεύθερη είσοδο/ έξοδο στον κλάδο αυτό οιασδήποτε ομοειδούς επιχείρησης, να είναι δηλ. μη ελεγχόμενος από κανονιστικούς περιορισμούς – Regulated.

 

Το ερώτημα, όμως, που τίθεται είναι, εάν και σε τι βαθμό, εύρος ή βάθος η δομή και η διάρθρωση της αγοράς μας, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων σ’ αυτήν, έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Εάν διαθέτει δηλ. το κατάλληλο θεσμικό, κανονιστικό και λειτουργικό πλαίσιο προς τούτο.

Διότι σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλ. δεν υφίστανται οι παραπάνω προϋποθέσεις, τότε θα έπρεπε να προηγηθεί η δημιουργία τους της υλοποιούμενης τώρα Αποκανονικοποίησης/Φιλελευθεροποίησης της αγοράς. Μιας αγοράς ατροφικής, που ταυτόχρονα είναι ένα «ανοικτό σύστημα» (openended) και που στοιχειοθετείται στη βάση της μονοπωλιακής ή ολιγοπωλιακής διάρθρωσης, της ανεπαρκούς πληροφόρησης του καταναλωτή και των ανεπαρκών δικτύων διακίνησης και διάθεσης των προϊόντων της.

 

Οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις για μεγιστοποίηση του κέρδους τους, σε βραχυπρόθεσμη ισορροπία λειτουργίας, θα πρέπει τουλάχιστον να καλύπτουν το μεταβλητό κόστος τους, ενώ μακροπρόθεσμα θα πρέπει να παράγουν στο χαμηλότερο επίπεδο του συνολικού τους κόστους.

Αυτό απλά σημαίνει ότι τα κέρδη αυτών των επιχειρήσεων δεν είναι δυνατόν να αυξηθούν απλώς μέσω μεταβολών του ρυθμού παραγωγής ή με επέκταση της παραγωγικής βάσης τους.

Οι επικρατούσες τάσεις ολοκλήρωσης και ομογενοποίησης των διεθνών αγορών, αποτέλεσμα της διεθνοποίησης και αλληλεξάρτησης των οικονομιών, διαμορφώνουν τον όγκο και τη διακίνηση των κεφαλαίων σε διεθνές επίπεδο και κατ’ επέκταση στις «τοπικές αγορές». Αυτό, στο βαθμό που αντιπροσωπεύουν πραγματικές παραγωγικές επενδύσεις και όχι αφανείς ή κερδοσκοπικές δραστηριότητες, προσδιορίζεται από την αποδοτικότητα των κεφαλαίων που συναρτάται με το θέμα της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων και τη μακροπρόθεσμη ισορροπία των κλάδων/τομέων.

Έτσι, υπό συνθήκες «ελεύθερης οικονομίας αγοράς», ένας ανταγωνιστικά διαρθρωμένος τομέας/κλάδος, ενώ βραχυπρόθεσμα ανταποκρίνεται και αντιδρά σε μια αύξηση της ζήτησης σε αύξηση των τιμών, όγκου παραγωγής και κέρδους, αντίθετα μακροπρόθεσμα, αντιδρά σε εισροή κεφαλαίου, μεγαλύτερη αύξηση του όγκου παραγωγής και σε περιορισμό των κερδών του.

Αντίθετα, σε περιπτώσεις μείωσης της ζήτησης αντιδρά βραχυπρόθεσμα με μείωση των τιμών, του όγκου παραγωγής και των κερδών του, ενώ μακροπρόθεσμα ή μείωση της ζήτησης προκαλεί εκροή κεφαλαίων, μια πιο δραστική μείωση του όγκου παραγωγής και περιορισμό των ζημιών του.

 

Είναι φυσικό λοιπόν ότι από μόνη της η αποκανονικοποίηση /φιλελευθεροποίηση (deregulation) ολόκληρων τομέων/κλάδων της οικονομίας  χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τη δημιουργία της κατάλληλης υποδομής σε επιχειρησιακό και επίπεδο αγοράς δεν απαντά στα ικανά κριτήρια σχεδιασμού μιας οικονομίας της αγοράς.

Αντίθετα οι παραπάνω προσεγγίσεις χωρίς τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών (Θεσμικό-Κανονιστικό-Λειτουργικό) και φυσικά την αντίστοιχη «κουλτούρα της αγοράς» σε επίπεδο επιχειρηματικό, επιχειρησιακό και συναλλακτικό όχι μόνο αποδιαρθρώνουν τη παραγωγή και απορρυθμίζουν το «υφιστάμενο σύστημα» αλλά οδηγούν ολόκληρους κλάδους/τομείς της εθνικής οικονομίας σε μακροπρόθεσμη ανισορροπία.

Παράλληλα δεν συμβάλλουν στη θεσμοθέτηση και συγκρότηση μιας ανταγωνιστικά διαρθρωμένης αγοράς και στη διαμόρφωση του απαραίτητου πλαισίου επιδεκτικού και ενθαρρυντικού μιας αποτελεσματικής επιχειρηματικής συμπεριφοράς και επιχειρησιακής δράσης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, διευκολύνοντας έτσι ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό επιχειρησιακό προγραμματισμό.

 

Η Ελληνική Αγορά είναι ανώριμη και αβαθής για την υποδοχή/υιοθέτηση και απορρόφηση τέτοιων μετασχηματισμών δίχως την αναγκαία φιλελευθεροποίησή της.

Χρειάζεται προηγουμένως να «περάσει μέσα» από απαραίτητες φάσεις προσαρμογής που θα υποδεχθεί και θα υιοθετήσει τις βασικές αρχές της μακροοικονομικής συμπεριφοράς.       

Η μη ύπαρξη των παραπάνω προϋποθέσεων οδηγεί επί παραδείγματι τομείς/κλάδους που έχουν αποκανονικοποιηθεί/φιλελευθεροποιηθεί σε ένα περιβάλλον μείωσης της ζήτησης σαν αποτέλεσμα της ακολουθούμενης συσταλτικής οικονομικής πολιτικής, αντί στη βραχυπρόθεσμη επίδειξη μείωσης παραγωγής και  κερδών.

Το βασικό φιλοσοφικό πλαίσιο που εδράζεται η πολιτική της φιλελευθεροποίησης είναι αυτό του λιγότερου ή περισσότερου κράτους, που χρειάζεται όμως την απαραίτητη οριοθέτηση και διευκρίνιση.

 

Σαφώς η έννοια του «λιγότερου ή περισσότερου» κράτους μη όντας θέμα μόνο ποσοτικό και ακριβώς μετρήσιμο, εννοιολογικά θα πρέπει επίσης να ανάγεται στην διαπίστωση του βαθμού και έντασης της αναγκαιότητας, αποτελεσματικότητας της ρυθμιστικής ικανότητας του κράτους στις λειτουργίες και του συστήματος της οικονομίας.

 

Η Οριοθέτηση της έννοιας του κράτους δεν είναι δυνατή μέσα από μία στατική, όπως επιδιώκεται πάρα πολλές φορές προσέγγιση χωρίς τη διασύνδεση του συνολικού οικονομικού συστήματος με τα συστήματα και υπό-συστήματα του κράτους που συνιστούν μια δυναμική και όχι στατική διασύνδεση.

Σε αυτή τη διασύνδεση θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι υφίστανται και οι ανάλογες εμπλοκές-διαπλοκές που και αυτές με τη σειρά τους ακολουθούν τη δυναμική συμπεριφορά σε αυτή την αλληλεξάρτηση κράτους-οικονομίας .

Αυτές διαμορφώνουν το βαθμό, ρυθμό και ένταση της διασύνδεσής τους με τους τομείς της οικονομίας.

Η συνολική και όχι αποσπασματική πολιτική στην επίλυση των προβλημάτων της Εθνικής Οικονομίας χρειάζεται αντίθετα ορθοτομές  και μια συγκεκριμένη και επεξεργασμένη οριοθέτηση στρατηγικής, που στο πλαίσιο του Διαρθρωτικού Εκσυγχρονισμού της, να αξιολογεί και να κατανέμει ισοβαρώς – αναλογικά στο συνολικό επίπεδο το κόστος προσαρμογής της.

 

Παράλληλα ο προγραμματισμός και η δίκαιη κατανομή σε εθνικό επίπεδο του κόστους προσαρμογής του συστήματος της οικονομίας σε συνδυασμό με την σχετική ενημέρωση των εμπλεκομένων κοινωνικών, παραγωγικών και επιχειρηματικών ομάδων για την επίτευξη ενός επιδιωκόμενου βαθμού συναίνεσης θα συμβάλουν ουσιαστικά στην επίλυση των χρόνιων προβλημάτων της οικονομίας μας.

 

Αυτή η συγκροτημένη Συνολική Στρατηγική με βασικούς άξονες Αναπροσανατολισμού στον Διαρθρωτικό Εκσυγχρονισμό και την Ανάπτυξη και στη Κοινωνική Δικαιοσύνη θα εκτρέψει την Εθνική μας Οικονομία από την επιδεινούμενη ύφεση που προσλαμβάνει πλέον μορφή και χαρακτηριστικά μονιμότερου χαρακτήρα.

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» το 1990

 

 

 

 

 

ΑΡΘΡΟ 3

 

 

« Άλλο Ανάπτυξη και Άλλο Μεγέθυνση

του Εθνικού Προϊόντος »

 

του   Νικόλα  Τυλλιανάκη

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα “Έθνος” το 1992

 

 

 

Ο επιτακτικός σήμερα σχε­διασμός προο­πτικής της Εθνικής Οικονομίας θα πρέπει να στοχεύει στον αναπτυ­ξιακό προσανατολισμό της και να ενσωματώ­νει ουσιαστικές πολιτι­κές διαρθρωτικού εκσυγχρονισμού της.

 

Είναι όμως απαραίτητο σ' αυτή τη θεώ­ρηση, να προσδιορίσουμε την έννοια του εκσυγχρονισμού.

 

Θεωρούμε την Εθνική Οικονομία σ' αυ­τή την προσέγγιση ως ένα «συνολικό» σύ­στημα που συγκροτείται από το «άθροι­σμα» πλήθους υποσυστημάτων «οργανι­κά» διασυνδεδεμένων μεταξύ τους.

 

Ο εκ­συγχρονισμός του οιουδήποτε συστήμα­τος αναφέρεται σ' ένα πλέγμα συγκεκριμέ­νων διαρθρωτικών παρεμβάσεων στη δομή του, με στόχο τον λειτουργικό επαναπροσ­διορισμό της δομής του συστήματος και ως εκ τούτου του τελικού λειτουργικού αποτελέσματος του.

 

Η ικανοποίηση δύο βασικών κριτηρίων προέχει για την επιτυχία του εγχειρήμα­τος: Η βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας του συστήματος της οικονομίας.

 

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η βελτίω­ση της ανταγωνιστικότητας συναρτάται όχι μόνο, όπως μέχρι πρόσφατα, με τη βελ­τίωση της παραγωγικότητας της, αλλά και με την έγκαιρη προσαρμογή της παραγω­γής στη διεθνή ζήτηση.

 

Θα πρέπει, ως εκ τούτου, οι διαρ­θρωτικές δομικές παρεμβάσεις στο σύστημα να είναι εντεταγμένες σε μια δυναμική στρατηγική που vα στοχεύει στην αναδιάρθρωση και αναδιοργάνωση της παραγωγής σε εναρμόνιση και «αντι­στοιχία» με τους ρυθμούς, την ένταση και τη δυναμική του διεθνούς ανταγωνιστικού πλαισίου.

 

Είναι απαραίτητο σ' αυτήν την εκσυγ­χρονιστική διαδικασία να συνεκτιμήσει κανείς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κοινωνικοοικονομικής δομής του συ­στήματος, αφού αυτή η διαδικασία του διαρθρωτικού εκσυγχρονισμού θα «περά­σει» το σύστημα της Οικονομίας από μια φάση προσαρμογής, η οποία ενσωματώνει ένα κόστος οικονομικό και κοινωνικό.

 

Το κόστος αυτό της προσαρμογής διαμορφώ­νεται και από το γεγο­νός ότι ο επαναπροσδιορισμός της δομής του συστήματος απορρίπτει τα «επενδεδυμένα συμφέροντα»- vested interests- που έχουν από πολλού ενσωματωθεί στην παραγωγική του βάση, «παράγοντας έτσι ρήξεις και τομές» στον κοι­νωνικοοικονομικό ιστό.

 

Η Εκσυγχρονιστι­κή Διαρθρωτική Διαδικασία θα πρέπει απαραίτητα να σχεδιαστεί και υλοποιηθεί μέσα και στα πλαίσια της εννοιολογικής διαφοροποίησης του όρου Ανάπτυξη από εκείνου της Μεγέθυνσης. Διότι στην περί­πτωση της Μεγέθυνσης, παρότι οδηγούμε­θα στη διεύρυνση των οικονομικών μεγε­θών, κινδυνεύουμε να έχουμε εντονότερα τα αναπαραγόμενα στοιχεία και τις στρε­βλώσεις της παλαιάς δομής. Αντίθετα, η έννοια της Ανάπτυξης υπακούει στη λογική και την απο­δοχή διαρθρωτικών εκσυγχρονι­στικών διαδικασιών, έτσι ώστε να έχουμε βραχυπρόθεσμα μια διεύρυνση των μεγεθών και παράλληλα θετικές επιπτώσεις στη βελτίωση της παραγωγικότητας μεσο-μακροπρόθεσμα.

Θα πρέπει βέβαια να απομακρυνθούμε οριστικά από τη λογική της κατ' αρχήν Σταθεροποίησης και μετά Ανάπτυξης της Οικονομίας, η οποία απλώς μετατοπίζει προς τα κάτω το σημείο «ισορροπίας» του συστήματος, δεν εξαλείφει όμως τις διαρθρωτικές στρεβλώσεις της παραγωγικής του βάσης, δεν αντιμετωπίζει σε oλο τους το φάσμα τις αιτίες που προκαλούν τις πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία και δεν αντιμετωπίζει το θέμα της ανάπτυξης. Απλώς, μεταθέτοντας την ανάπτυξη χρονικά την αποδυναμώνει ή την καθιστά αδύνατη.

 

Η σταθεροποίηση αυτή, με απλή μετατόπιση του σημείου «ισορροπίας» του συστήματος σε χαμηλότερο επίπεδο, χωρίς τις αναγκαίες διαρθρωτικές παρεμβάσεις σ' αυτό, «ανακόπτει τη δυναμική» της οιασδήποτε μέχρι τώρα συμπεριφοράς του συστήματος και το οδηγεί σε απορρύθμιση.

 

Αποτελεί «χρυσό κανόνα» για τους επαΐοντες ότι η οικονομική θεωρία δεν παρέχει ένα σύνολο κατασταλαγμένων συμπερασμάτων άμεσης - «άνευ επεξεργασίας» - εφαρμογής στα οικονομικά προβλήματα.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην  Εφημερίδα “Έθνος” το 1992

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
ΑΡΘΡΟ 4

 

«Σοφοκλέους : Στηρίζεται από

την Εθνική Παραγωγή?»

 

του   Νικόλα  Τυλλιανάκη

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα “Καθημερινή” της 29-5 1992

 

 

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

 

Οι δραστηριότητες της οδού Σοφοκλέους απορρο­φούν σ’ ένα βαθμό που θα πρέπει να εκτιμήσουμε σοβαρά, ένα μεγάλο αριθμό ικανότατων στελεχών.

 

Ανάλογη τέτοια απορρόφηση στελεχών δε γίνεται από την παραγωγή. Εκεί διαμορφώνεται η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα της Εθνικής Οικονομίας.

 

Εκεί θα πρέπει πρωταρχικά να δοθεί η μάχη της ανταγωνιστικής «παραμονής» μας στο διεθνή καταμερισμό.

 

Οι Υπηρεσίες της Σοφοκλέους (χρηματιστηριακές, διαχείρισης χαρτο­φυλακίων, κ.λπ.) είναι παράγωγα της παραγωγής, η αντα­γωνιστικότητα των οποίων συναρτάται με την ποιοτική αναβάθμιση και διαφοροποίηση, την καινοτόμο δη­μιουργία και την προώθηση των νέων προϊόντων της. Οι παραπάνω υπηρεσίες είναι εύλογο να εναρμονίζονται και να είναι σε αντιστοιχία με την παραγωγή. Οι προσδοκίες που «διαμορφώνονται» για την κατεύθυνση, κατανομή ή ανακατανομή πόρων μέσω των παραπάνω υπηρεσιών θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα αξιόπιστης ανάλυσης δεδομένων οικονομικής συμπεριφο­ράς των εταιριών, που θα πρέπει μέσα σ' ένα αναδιαμορφωμένο ελεγκτικό θεσμικό πλαίσιο να δημοσιεύουν τα στοιχεία των προς ανάλυση.

 

Αυτή η ανάλυση θα πρέπει, εκτός από την αξιολόγηση της παρελθούσης συμπεριφοράς των εταιριών, να αξιολο­γεί και προοπτικά τη συμπεριφορά και την οικονομική αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των εταιριών μέσα από μια όμως κλαδική · εθνικής παραγωγής διάστα­ση.

 

Αυτή η θεώρηση μέσα από το πρίσμα της Εθνικής Οικονομίας θα πρέπει να αξιολογεί δυναμικά τη διασυνδε­τική σχέση της με το διεθνή χώρο που χαρακτηρίζεται από δυναμικές ανακατατάξεις, προσαρμογές και τάσεις σε επί­πεδο παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών που διαμορ­φώνει ο εντεινόμενος ανταγωνισμός του.

 

Η δυναμική της παραγωγής θα πρέπει να εκφράζεται μέσα από τις δραστηριότητες της Σοφοκλέους κατανεμημένη στην αγορά, διαμορφώνοντας αξιόπιστες και ρεαλι­στικές οικονομικές προσδοκίες.

Σε αντίθετη περίπτωση, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δε διασφαλίζεται η εναρμόνιση και αντιστοιχία μεταξύ παραγωγής και χρηματιστηριακών υπηρεσιών.

 

Είναι γνωστά τα γεγονότα της Γουόλτ Στρητ του 1987. όπου η υπέρμετρη και μη ρεαλιστική αισιοδοξία που δια­μορφώθηκε και επεκράτησε στην αγορά, αποτέλεσμα της πρωτοφανούς στα χρονικά δραστηριότητας χρηματιστη­ριακών και συναφών υπηρεσιών, έθεσε σε κίνδυνο το διεθνές οικονομικό-χρηματιστηριακό σύστημα.

 

Οι δραστηριότητες αυτές δημιούργησαν μια άνευ προη­γουμένου εντύπωση οικονομικής ευμάρειας και προσδο­κιών που απεδείχθη μη πραγματική γιατί δεν συνοδευό­ταν και στηριζόταν από μια ανάλογη συμπεριφορά της Εθνικής Παραγωγής.

 

Το καθαρό τελικό αποτέλεσμα αυτής της κρίσης υπήρξε η ανακατανομή του υφιστάμενου πλούτου και πόρων όχι μέσα από ένα αξιοκρατικό σύστημα συμμετοχής στην πα­ραγωγή.

 

Η ανακατανομή αυτή δεν τόνωσε την παραγωγή, δεν δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας ούτε είχε θετικές επιπτώσεις στο συνολικό επίπεδο επενδύσεων παραγωγι­κότητας και ανταγωνιστικότητας της Αμερικανικής Οικο­νομίας.

 

Ο διεθνής ανταγωνισμός επιβάλλει δραστικές προσαρ­μογές της παραγωγής μας (υπηρεσιών-προιόντων), και­νοτόμες και δημιουργικές λύσεις στα διαρθρωτικά προ­βλήματα της οικονομίας μας, σκληρή δουλειά, καθιέρωση αξιόπιστου συναλλακτικού ήθους.

 

 

 

 

 

 

 




Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα "Καθημερινή” της 29-5 1992

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
ΑΡΘΡΟ 5

 

 

« Οι Υπηρεσίες της Σοφοκλέους      &   η Εθνική Παραγωγή »

 

 

του Νικόλα Τυλλιανάκη

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “ΕΝΑ” της 13- 1-1993

 

 

 

Ένας σημαντικός αριθμός ικανότατων στελεχών απορροφάται από τις δραστηριότητες της Σοφοκλέους. Ανά­λογη τέτοια απορρόφηση στελεχών δεν γίνεται από την εθνική πα­ραγωγή.

 

Εκεί που διαμορφώνεται η παραγωγικότητα και η ανταγωνι­στικότητα της εθνικής οικονομίας. Εκεί θα πρέπει πρωταρχικό να δο­θεί η μάχη της ανταγωνιστικής -παραμονής» μας στο διεθνή κα­ταμερισμό.

 

Οι υπηρεσίες της Σο­φοκλέους είναι παράγωγα της ε­θνικής παραγωγής, η ανταγωνι­στικότητα της οποίας συναρτάται με την αναδιάρθρωση, εκσυγχρο­νισμό της και την έγκαιρη προσαρμογή της στη διεθνή ζήτηση αφε­νός και την ποιότητα του στελεχι­κού δυναμικού της αφετέρου.

 

Οι υπηρεσίες της Σοφοκλέους εί­ναι απαραίτητο να εναρμονίζονται και να είναι σε αντιστοιχία με την παραγωγή. Οι προσδοκίες που -διαμορφώνονται» για την κατεύθυνση, κατα­νομή ή ανακατανομή πόρων μέσω των υπη­ρεσιών της Σοφοκλέους θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα αξιόπιστης ανάλυσης δεδομέ­νων οικονομικής συμπεριφοράς των εταιρει­ών, που θα πρέπει μέσα σε ένα αναδιαμορ­φωμένο ελεγκτικό θεσμικό πλαίσιο να δημο­σιεύουν τα στοιχεία των προς ανάλυση.

Αυτή η ανάλυση θα πρέπει, εκτός από την αξιολό­γηση της ιστορικής συμπεριφοράς των εται­ρειών, να αξιολογεί και προοπτικά τη συμπε­ριφορά και την οικονομική αποτελεσματικό­τητα και αποδοτικότητα των εταιρειών μέσα από μία όμως κλαδική - εθνικής παραγωγής διάσταση.

 

Αυτή η θεώρηση μέσα από το πρί­σμα της εθνικής οικονομίας θα πρέπει να αξιολογεί δυναμικά τη διασυνδετική σχέση της με τον διεθνή χώρο στα πλαίσια των συγκεκριμένων δημοσιονομικών και νομισματι­κών στόχων που θα πρέπει να σχεδιάζεται η οικονομική πολιτική εφεξής - Μάαστριχτ ­και της ενιαίας αγοράς, διότι εάν η εθνική πα­ράγωγη μας δεν συγκλίνει επαρκώς σε επίπεδο αγορών με τις χώρες της ΕΟΚ, τότε διατρέχουμε τον κίνδυνο να παραμείνουμε σε οριακά επίπεδα, δεδομένου ότι τα πλεονε­κτήματα μιας ενιαίας - διευρυμένης αγοράς δεν δρουν αυτομάτως υπέρ όλων.

 

Η δυναμική και η ανταγωνιστικότητα της πα­ραγωγής, αποτέλεσμα μιας εκσυγχρονιστι­κής διαρθρωτικής πολιτικής των εταιρειών, θα πρέπει να εκφράζεται μέσα από τις δρα­στηριότητες της Σοφοκλέους και να διαχέε­ται συστηματικά στην αγορά, διαμορφώνο­ντας έτσι μόνο αξιόπιστες και ρεαλιστικές οι­κονομικές προσδοκίες. είναι γνωστά τα πρό­σφατα γεγονότα της wall street, όπου η υπέρμετρη και μη ρεαλιστική αισιοδοξία που διαμορφώθηκε και επικράτησε στην αγορά, αποτέλεσμα της πρωτοφανούς στα χρονικά δραστηριότητας χρηματιστηριακών και συ­ναφών υπηρεσιών.

Έθεσε σε κίνδυνο το διε­θνές οικονομικό - χρηματιστηρια­κό σύστημα.

 

Οι δραστηριότητες αυτές δημι­ούργησαν -προσδοκίες» οικονομι­κής ευμάρειας που απεδείχθησαν μη πραγματικές, γιατί δεν συνο­δεύθηκαν και στηρίχθηκαν από μία ανάλογη συμπεριφορά της εθνι­κής παραγωγής.

 

Το τελικό αποτέ­λεσμα αυτής της κρίσης υπήρξε η ανακατανομή του υφιστάμενου πλούτου και πόρων όχι μέσα από ένα αξιοκρατικό σύστημα συμμε­τοχής στην παράγωγη.

 

Η ανακατα­νομή αυτή δεν τόνωσε την παραγωγή ή τις επενδύσεις, δεν δημι­ούργησε νέες θέσεις εργασίας, ούτε είχε θετικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και ανταγωνιστι­κότητα της αμερικανικής οικονο­μίας. Οι αναδιανεμηθέντες πό­ροι και πλούτος δεν «ακούμπη­σαν» την παραγωγή, η ανεργία δεν αποκλιμακώνεται.Τα ελλείμματα δεν περιορίζονται αποτελεσματικά και υφίσταται μία υφέρπουσα και εκδηλούμενη  κοινωνική δυσαρέσκεια.

 

Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το όνειρο τελείωσε.

Η ρεαλιστική και σκληρή όμως πραγματικότητα είναι εδώ.

 

Ο διεθνής ανταγωνισμός επιβάλλει δραστικές προσαρ­μογές της παραγωγής μας στις προδιαγρα­φές και απαιτήσεις της διεθνούς ζήτησης για το «κράτημα» μας στο διεθνή καταμερισμό, καινοτόμους και δημιουργικές εκσυγχρονι­στικές παρεμβάσεις στα διαρθρωτικά προ­βλήματα της οικονομίας μας, σκληρή δου­λειά, καθιέρωση αξιόπιστου συναλλακτικού ήθους και επιχειρησιακής συνείδησης, όχι όνειρα.

 

Αυτά παρήλθαν οριστικά.

 

Η κατανο­μή και διανομή του εθνικού εισοδήματος προσδιορίζεται και από την παραγωγή.

 

Θα πρέ­πει να εργασθούμε σκληρά και με συνέπεια για την αύξηση της εθνικής παραγωγής, την οποία θα καρπωθούμε ανάλογα με τη συμμε­τοχή μας σε αυτήν, όχι στο όνειρο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “ΕΝΑ” της 13- 1-1993

ΑΡΘΡΟ 6

 

« Η Σοφοκλέους, η αξιοπιστία των εταιριών & η αύξηση της  παραγωγής »

 

Του Νικόλα Τυλλιανάκη

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Καθημερινή » της 12-3-1995

 

Ένας σημαντικός αριθμός στελεχών απορροφάται από τις δραστηριότητες της Σοφοκλέους.

 

Ανάλογη τέτοια απορρόφηση δεν γίνεται από την Εθνική Παραγωγή. Εκεί που διαμορφώνεται η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας.

 

Οι υπηρεσίες της Σοφοκλέους είναι παράγωγα της εθνικής παραγωγής, η ανταγωνιστικότητα της οποίας συναρτάται όχι όπως μέχρι πρόσφατα με τη βελτίωση μόνο της παραγωγικότητάς της  αλλά και με την αναγκαία έγκαιρη και ποιοτική προσαρμογή της στη διεθνή ζήτηση, όπως αυτή διαμορφώνεται από τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό.

 

Προς αυτή τη κατεύθυνση είναι αναγκαίο να συμβάλει το στελεχικό δυναμικό της χώρας μας με πολιτικές αναδιάρθρωσης και αναδιοργάνωσης της εθνικής παραγωγής.

 

Διατηρούμε την άποψη ότι υπάρχει πλούσιο και ικανότατο στελεχικό δυναμικό στη χώρα μας, το οποίο όμως δεν ενσωματώνεται στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των παραπάνω στόχων.

 

Τα αξιοκρατικά κριτήρια επιλογής του ανωτέρου και ανωτάτου στελεχικού δυναμικού που θα έπρεπε να διαμορφώνονται από τις ανάγκες της αγοράς για την  επίτευξη  των παραπάνω στόχων, στη χώρα μας διαμορφώνονται αντίθετα ,σε σημαντικό βαθμό, από ένα «σύστημα» ενδοπροσωπικών και διαπροσωπικών σχέσεων.

 

Οι Υπηρεσίες της Σοφοκλέους είναι απαραίτητο να εναρμονίζονται και να είναι σε αντιστοιχία με την Εθνική Παραγωγή.

 

Οι προσδοκίες που «διαμορφώνονται» για την κατεύθυνση, κατανομή ή ανακατανομή πόρων μέσω της Σοφοκλέους ,θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα αξιόπιστης ανάλυσης δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς των εταιριών, που θα πρέπει ,μέσα σε ένα αναδιαμορφωμένο ελεγκτικό και θεσμικό πλαίσιο να δημοσιεύουν τα στοιχεία των προς ανάλυση.

 

Αυτή η ανάλυση θα πρέπει ,εκτός από την αξιολόγηση της ιστορικής συμπεριφοράς των εταιριών, να αξιολογεί και προοπτικά τη συμπεριφορά και την οικονομική αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα των εταιριών μέσα και από μια κλαδική-εθνικής παραγωγής διάσταση.

 

Αυτή η θεώρηση μέσα από το πρίσμα της εθνικής οικονομίας θα πρέπει να αξιολογεί δυναμικά τη διασυνδετική σχέση της με το διεθνή χώρο στα πλαίσια των συγκεκριμένων δημοσιονομικών και νομισματικών στόχων που θα πρέπει να σχεδιάζεται η οικονομική πολιτική εφεξής –Μάαστριχ-και της ενιαίας αγοράς.

 

Διότι εάν η εθνική μας παραγωγή δεν συγκλίνει επαρκώς σε επίπεδο αγορών με τις χώρες της Ε.Ε , τότε διατρέχουμε τον κίνδυνο να παραμείνουμε σε οριακά επίπεδα ,δεδομένου ότι τα πλεονεκτήματα μιας ενιαίας-διευρυμένης αγοράς δεν δρουν αυτομάτως υπέρ όλων.

 

Η Δυναμική και Ανταγωνιστικότητα της Παραγωγής, αποτέλεσμα και μιας αναγκαίας Εκσυγχρονιστικής Διαρθρωτικής Πολιτικής των επιχειρήσεων θα πρέπει να εκφράζεται μέσα από τις Δραστηριότητες της Σοφοκλέους και να διαχέεται στην αγορά διαμορφώνοντας έτσι μόνο αξιόπιστες και ρεαλιστικές οικονομικές προσδοκίες.

 

Είναι γνωστά κατά το παρελθόν τα γεγονότα της Wall Street όπου η υπέρμετρη και μη ρεαλιστική αισιοδοξία που διαμορφώθηκε και επικράτησε στην αγορά(ές) ,αποτέλεσμα μιας πρωτοφανούς στα χρονικά δραστηριότητας χρηματιστηριακών και συναφών υπηρεσιών, έθεσε σε κίνδυνο το διεθνές οικονομικό-χρηματιστηριακό σύστημα.

 

Οι δραστηριότητες αυτές δημιούργησαν «προσδοκίες» οικονομικής ευμάρειας που απεδείχθησαν μη πραγματικές γιατί δεν  συνοδεύθηκαν και στηρίχθηκαν από μια ανάλογη συμπεριφορά της εθνικής παραγωγής.

 

Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της κρίσης υπήρξε η ανακατανομή πλούτου και πόρων όχι μέσα από ένα αξιοκρατικό σύστημα συμμετοχής στη παραγωγή.

 

Η ανακατανομή αυτή δεν τόνωσε αναλογικά την παραγωγή ή τις επενδύσεις, δεν δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας ,ούτε είχε θετικές επιπτώσεις στη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της Αμερικανικής  οικονομίας.

 

Οι «ανά- διανεμηθέντες» πόροι και πλούτος δεν «ακούμπησαν» τη παραγωγή, η ανεργία δεν αποκλιμακώνεται ,τα ελλείμματα δεν περιορίζονται.

 

Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να αγνοήσουμε τη συναφή χρεωκοπία της τράπεζας Barings Plc από πράξεις σε «παράγωγα χρηματοοικονομικών προϊόντων »(derivatives of financial services) και ειδικότερα στις «ανοικτές θέσεις» που είχε πάρει η τράπεζα στις προθεσμιακές αγορές κρατικών ομολόγων και στα βραχυπρόθεσμα επιτόκια της Ιαπωνίας.

 

Η αναμενόμενη πτώση των επιτοκίων στην Ελληνική αγορά θα επηρεάσει θετικά τις τιμές παραγώγων και θα συμβάλει στην ανάπτυξη της αγοράς αυτής και στη χώρα μας , όπου όμως οι  κίνδυνοι που θα απορρέουν από πράξεις παραγώγων χωρίς το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και σύστημα εποπτείας στη χώρα θα ενισχυθούν και ενταθούν.

 

Ειδικότερα στο Τραπεζικό Σύστημα η αναμενόμενη Οδηγία της Ε.Ε που θα επιτρέπει στις τράπεζες της χρήση παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων κατά τη κρίση τους χωρίς την ανάλογη κεφαλαιακή υποχρέωση (netting agreements) θα πρέπει να εξετασθεί ειδικότερα από τις μεγάλες τράπεζες του δημόσιου τομέα που διαθέτουν την ανάλογη ρευστότητα και μεγέθη με σκεπτικισμό και σοβαρότητα όσον αφορά στη Διαχείριση Κινδύνων.

 

Η ίδια λογική θα πρέπει να επικρατήσει για τις τυχόν «θέσεις» των θυγατρικών των κρατικών τραπεζών στο εξωτερικό, δεδομένου ότι τα παράγωγα των χρηματοοικονομικών προϊόντων είναι «out of balance sheets items».

 

Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το όνειρο τελείωσε.

 

Η ρεαλιστική και σκληρή πραγματικότητα είναι εδώ.

 

Ο διεθνής ανταγωνισμός επιβάλλει δραστικές προσαρμογές  της παραγωγής μας στις προδιαγραφές και απαιτήσεις της διεθνούς ζήτησης για το «κράτημά» μας στο διεθνή καταμερισμό, καινοτόμους και δημιουργικές εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις στα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας μας, σκληρή δουλειά ,καθιέρωση αξιόπιστου συναλλακτικού ήθους και επιχειρησιακής συνείδησης.

 

Όχι όνειρα. Αυτά παρήλθαν οριστικά. H κατανομή και διανομή του εθνικού εισοδήματος, θα πρέπει προσδιορίζονται και από τη παραγωγή.

 

Θα πρέπει να εργασθούμε σκληρά και με συνέπεια για την αύξηση της εθνικής παραγωγής την οποία θα καρπωθούμε ανάλογα με τη συμμετοχή μας σε αυτήν, όχι στο όνειρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Καθημερινή» της 12-3-1995






ΑΡΘΡΟ 7

 

 

« Εκσυγχρονίστε τις                        Ιερές Αγελάδες-Τράπεζες »

                Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Money & Life  το Μάιο του 1997

 

 

Συνέντευξη του Νικόλα Τυλλιανάκη

στην Αταλάντη Αντωνιάδου

 

 

Τι συμβαίνει όταν ένας τραπεζί­της χαρακτηρίζει «δικαιο­λογημένη» την επιφύλαξη απέναντι... στους τραπεζίτες; Για τον Νικόλαο Τυλλιανάκη, που πιστεύ­ει ότι ειδικά στην Ελλάδα οι τράπε­ζες είναι και μια «ιερά δύναμη που καθορίζει τα πεπρωμένα και τους βαθμούς επιτυχίας στον επιχειρη­ματικό στίβο», αυτό που συμβαίνει είναι απλό: Τα πιστωτικά ιδρύματα χρειάζονται εκσυγχρονισμό, και μάλιστα επειγόντως.

 

Εκσυγχρονισμός. Ποιος λέει όχι; Όμως, πώς νοείται εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας με ένα τραπεζικό σύστημα που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ταχύτητας και ανταγωνισμού που χα­ρακτηρίζουν τις κοινωνίες που οδεύουν με βάση οικονομικούς όρους στον 21ο αιώνα;

 

Τι σημαίνει σύγχρονο τραπεζικό σύστημα μας εξη­γεί ο κ. Νικόλας Μ. Τυλλιανάκης, που έχει εργασθεί για   χρόνια ως γενικός διευθυντής και πρόεδρος αμερικανικών τραπε­ζών, αλλά και στη ραγδαία αναπτυσσόμενη Νοτιοανατολική Ασία για το σχεδιασμό και την ανάπτυξη τραπεζών και βιομηχανικών επι­χειρήσεων.

 

«Τα τραπεζικά συστήματα», λέει, «πολλές φορές εμφανίζονται με δι­πλή "προσωπικότητα”. Η μία είναι η ευχάριστη, που γίνεται ευνοϊκά αποδεκτή από την κοινωνία και την αγορά για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Η άλλη είναι η μυστηριώδης, που παρουσιάζεται και εκλαμβάνεται από στρώματα της κοινωνίας και της αγοράς σαν μία "ιε­ρή δύναμη" που καθορίζει τα πεπρωμένα και τους βαθμούς επιτυχίας στον επιχειρηματικό στίβο...».

 

Ο Ν. Τυλλιανάκης ανατρέχει συχνά στην φιλοσοφία management του καθηγητή του και Πρύτανη του Πανεπιστήμιο Northwestern University of Chicago, Prof Dr. Donald Jacobs.

«Συμφωνώ ειδικότερα με τη δεύτερη περίπτωση που επικρα­τεί κατά κύριο Λόγο στην ελληνική αγορά, που είχα την ευκαιρία να ζήσω τα τελευταία 12 χρόνια σ' όλο της το εύρος και βάθος, μέσα από τον τραπεζικό και επιχειρησιακό τομέα...»

 

Και το συμπέρασμα του είναι ότι «η ελληνική αγορά αντιμετωπίζει το τραπεζικό μας σύστημα με ένα μυστηριώδες δέος. Αλλά και η ελλη­νική κοινωνία σε όλες τις διαστρωματώσεις της διατηρεί μία άκρως επι­φυλακτική θέση απέναντι στο τραπεζικό μας σύστημα και νομίζω πως δεν έχει άδικο...»

 

 

Πιστεύοντας ότι «κάθε χώρα έχει την κουλτούρα και τον πολιτισμό που της αξίζει, θεωρεί ότι η "αρχή" αυτή αφορά και στην ποιότητα του τραπεζικού μας συστήματος, που δομήθηκε στην κοινωνία μας με όλα τα πολιτιστικά και κοινωνικά στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν. «θέλω να πιστεύω ότι αυτό που αξίζει στους ανθρώπους μιας κοινωνίας θα πρέπει να είναι κάτι καλύτερο απ' αυτό που έχουν...».

 

Μπορεί να γίνει αυτό το καλύτερο στην Ελλάδα; Ο ίδιος υποστηρίζει πως μπορεί. «Είμαι πολύ ανήσυχος, γιατί είμαστε στο 1996 και δεν έχει γίνει τίποτα το ουσιαστικό, με αποτέλεσμα το τραπεζικό μας σύστημα, και ειδικότερα οι κρατικές τράπεζες, να δημιουργούν συνθήκες συνολικής απορρύθμισης του συστήματος...».


Έχοντας επίγνωση της σοβαρότητας της «διαπίστωσής» του, ο Ν.Τυλλιανάκης θεωρεί υπαίτιες τις «απαρχαιωμένες οργανωτικές δομές του τραπεζικού μας συστήματος, τις συσσωρευμένες στρεβλώσεις στην παραγωγική του βάση στη στελεχιακή πολιτική που τουλάχιστον στο στρατηγικό επίπεδο έχει σοβαρά ελλείμματα αξιοκρατίας και στην εμφανή αδυναμία του να προσαρμόζεται στις δυναμικά μεταβαλλόμενες τάσεις του διεθνούς ανταγωνισμού.

 

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα υποχωρεί από τα μερίδια αγοράς που κατείχε μέχρι πρόσφατα.

 

Κι αυτή είναι μόνο η αρχή.

 

Με την προοπτι­κή της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, ενώ ο τραπεζικός τομέ­ας θα υποστεί δραματικές αλλαγές, εμείς ασχολούμεθα με τη βραχυ­πρόθεσμη ταμειακή διαχείριση της ρευστότητας, με τη δημιουργία τα­μειακών κερδών σε βάρος του εκσυγχρονισμού, με αποτέλεσμα να οδη­γούμε το τραπεζικό μας σύστημα στο να γίνει ένας μηχανισμός ανα­διανομής μη πραγματικού εισοδήματος, αντί να είναι εργαλείο ανάπτυ­ξης.

 

Οι δραματικές αυτές αλλαγές θα εκφραστούν « με τη συμπίεση των εσόδων των τραπεζών λόγω της συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους από την ένταση του ανταγωνισμού και τη σύγκλιση των επιτοκίων...» Στο ευαίσθητο σημείο των επιτοκίων και των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο κ. Τυλλιανάκης κρίνει πως, η νομισματική πολιτική έχει αναλάβει όλο το βάρος τικ σταθεροποίησης της οικο­νομίας. Έτσι, ενώ ακολουθείται η πολι­τική της βραδείας διολίσθησης της δραχ­μής, απαιτείται μια συγκεκριμένη πολιτι­κή νομισματικής και δημοσιονομικής πο­λιτικής, που από τη μία πλευρά θα δια­τηρεί τα πλεονεκτήματα των αντιπληθω­ριστικών στόχων και από την άλλη θα συντηρεί την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την ανταγωνιστικότητα των ελλη­νικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές».

 

Στο θέμα, πάντως, της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, ο κ. Τυλλιανάκης είναι αισιόδοξος. «Πιστεύω πως η συνεπής, μέχρι τώρα, εφαρμογή από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, του προ­γράμματος σταθεροποίησης και σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας, θα περιορίσει τις δανειακές ανάγκες του Δημοσίου και θα οδη­γήσει σε αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Τότε, θα έχουμε μία προ­σέγγιση των ονομαστικών και πραγματικών ελληνικών επιτοκίων προς τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, με τις ανάλογες πιθανότητες προ­σαρμογής της συναλλαγματικής πολιτικής της Ελλάδας».

 

Πόσο εύκολος ή δύσκολος είναι ο εκσυγχρονισμός του τραπεζικού μας συστήματος;

 

Για τον κ. Τυλλιανάκη αποτελεί «εθνικό εγχείρημα» και η κυβέρνηση θα πρέπει να ορίσει και να οριοθε­τήσει το συνολικό συντονισμό του εκσυγχρονισμού όλων των κρατικών τραπεζών στο επίπεδο λήψης αποφάσεων.

Οι λύσεις μπορεί να είναι μεσοπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες για την ταχύρρυθμη παραγωγή έργου. Στόχος, η τόνωση της φθί­νουσας δραστηριότητας των παραγωγικών τομέων της οικονο­μίας και η αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης στο τραπεζικό μας σύστημα.

 

Αναφερόμενος ειδικά στην πολιτική ταχύρρυθμης παραγωγής έργου, θα μπορούσα συνοπτικά να αναφέρω την επανεπένδυση αποταμιευτικών πόρων της περιοχής, τη διείσδυση στο χώρο της Βαλκανικής και ειδικότερα στις "ζώνες δραχμής", την ίδρυ­ση ομογενειακών τραπεζών στις ΗΠΑ, Καναδά, Ευρώπη, τη δημιουργία Venture Capital Projects, την ίδρυση τράπεζας μικρο­μεσαίων επιχειρήσεων, την ενεργοποίηση του συστήματος χρη­ματοδότησης παραγωγικών δραστηριοτήτων-πρωτοβουλιών νέ­ων, την άμεση εφαρμογή λειτουργικού πλαισίου ταχύρρυθμων διαδικασιών του τραπεζικού συστήματος, την ίδρυση τράπεζας γυναικών και πλείστες άλλες».

 

Ο ίδιος δεν θεωρεί πρωτοποριακές αυτές τις ιδέες. Υποστηρίζει ότι μιλά νια πράγματα που έχουν ήδη δοκιμασθεί και αποδώσει σε πολ­λές χώρες του εξωτερικού. Προαπαιτούμενο, βέβαια, της επιτυχίας είναι να υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης.

 

Ο νεποτισμός δεν έχει θέση στην προ­σπάθεια εκσυγχρονισμού ενός κράτους.

 

Το τραπεζικό σύστημα την τελευταία 40ετία έχει διαμορφώσει τις δικές του λειτουργικές ροπές, τη δική του δυναμική, τη δική του ηθική.

 

To Τop management  των τραπεζικών ιδρυμάτων –υποθέτω αξιοκρατικά επιλεγμένο- πρέπει να ανα­τρέψει αυτά τα στοιχεία και να τα μετασχηματίσει σε θετικούς πα­ράγοντες συμβολής στον τελικό εθνικό στόχο.

 

Θεωρώ εθνικά ανα­γκαίο το τραπεζικό μας σύστημα να συμμετάσχει ενεργά στην ανά­πτυξη της οικονομίας μας.

 

Το όνειρο τελείωσε.

 

Ο διεθνής αντα­γωνισμός επιβάλλει δραστικές προσαρμογές της παραγωγής μας στις προδιαγραφές και απαιτήσεις της διεθνούς ζήτησης για το ''κράτημά" μας στο διεθνή καταμερισμό.

 

«Απαιτούνται εκσυγχρο­νιστικές παρεμβάσεις στα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονο­μίας μας, σκληρή δουλειά, καθιέρωση αξιόπιστου συναλλακτικού ήθους και επιχειρησιακής συνείδησης».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣυνέντευξηMoney & Life  το Μάιο του 1997

ΑΡΘΡΟ 8

 

 

 

«Ο Εκσυγχρονισμός του Τραπεζικού Τομέα»

 

του Νικόλα Τυλλιανάκη

Δημοσιεύτηκε στην  «Οικονομική Καθημερινή» της 14-1-1995

 

 

Ο Εκσυγχρονισμός του Τραπεζικού Τομέα θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο πλαίσιο στρατηγικής αναπτυξιακού προσανατολισμού της Εθνικής Οικονομίας.

 

Μεμονωμένες ή αποσπασματικές παρεμβάσεις που γίνονται θα διαχέονται αναποτελεσματικά στο συνολικό σύστημα, εφόσον δεν είναι προγραμματισμένες και ενσωματωμένες σε ένα ενιαίο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του τραπεζικού συστήματος. Είναι δε πιθανό, λόγω αυτής της αποσπασματικότητάς τους, να οδηγήσουν το τραπεζικό τομέα σε μια φάση απορρύθμισής του.

 

Οι εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι ενταγμένες σε ένα συνολικό εκσυγχρονιστικό πλαίσιο (θεσμικό-παραγωγής) της εθνικής οικονομίας γιατί μόνο έτσι το αθροιστικό αποτέλεσμα θα έχει πολλαπλάσια θετικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά του συνολικού συστήματος της .

 

Σε αυτή τη προσέγγιση υιοθετείται η έννοια του εκσυγχρονισμού όπως προσδιορίζεται από τα επιστημονικά χαρακτηριστικά του.Ο εκσυγχρονισμός δηλαδή μιας «συστηματοποιημένης λειτουργικά διαδικασίας» ,σύστημα, είναι ένα σύνολο συγκεκριμένων τεχνικών παρεμβάσεων στη λειτουργική δομή του συστήματος με στόχο τον επαναπροσδιορισμό και κατά επέκταση του αποτελέσματος του.

 

Μια τέτοια εκσυγχρονιστική παρέμβαση στο σύστημα θα πρέπει να «κατεβαίνει» στο λειτουργικό επίπεδο της παραγωγής του συστήματος μια που η επιθυμητή βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς του συναρτάται όχι μόνο ,όπως μέχρι τώρα με τη βελτίωση της παραγωγικότητάς του αλλά και με την έγκαιρη και ανάλογη προσαρμογή της παραγωγής του(προσφορά),στη ζήτηση χρηματοπιστωτικών προϊόντων-υπηρεσιών του ολοένα εντεινόμενου ανταγωνιστικά διεθνούς χρηματοπιστωτικού πλαισίου.

 

Αναφερόμαστε δηλαδή για δραστική αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση του σκέλους παραγωγής (προσφοράς) του τραπεζικού συστήματος και που είναι απαραίτητο να είναι εναρμονισμένη με τους ρυθμούς, την ένταση και τη δυναμική του διεθνούς ανταγωνιστικού πλαισίου στοοποίο είναι ενταγμένο και λειτουργικά το Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα.

 

Μιλάμε για συγκεκριμένες ορθοτομές στο σκέλος της προσφοράς, πριν αυτό καταπέσει από τη καμπύλη της διεθνούς ζήτησης χρηματοπιστωτικών προϊόντων-υπηρεσιών.

 

Μια τέτοιου είδους εκσυγχρονιστική προσέγγιση που επαναπροσδιορίζει το σύστημα από τις υφιστάμενες δομές του σε διαφορετικές, θα πρέπει να «περάσει» το σύστημα από μια φάση προσαρμογής του.

 

Αυτή η προσαρμογή ενσωματώνει ένα οικονομικό κόστος.

 

Η Αποκανονικοποίηση (Deregulation) του τραπεζικού συστήματος, που προωθείται τα τελευταία χρόνια, στοχεύει στην άρση των κανονιστικών περιορισμών (Regulations) που προσδιορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος (καθορισμός επιτοκίων, επίπεδο δεσμεύσεων – αποδεσμεύσεων, πιστωτικοί κανόνες κλπ).

 

Έτσι, ενώ το σύστημα λειτουργεί μέσα σε «οριοθετημένα πλαίσια» που καθορίζονται από «ρυθμιστικούς μηχανισμούς», με την Αποκανονικοποίηση το σύστημα «μετατοπίζεται» σ’ ένα διαφορετικό λειτουργικό πλαίσιο, «απαλλαγμένο» από αυτούς τους «ρυθμιστικούς μηχανισμούς», που θα προσδιορίζεται από τους «κανόνες της αγοράς».

 

Στα παρακάτω σχήματα Ι (ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ-REGULATED) & ΙΙ (ΑΠΟΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ-DEREGULATED) που δημοσιεύουμε παρατίθεται η σχηματική παράσταση του υφιστάμενου (I) και του προοριζόμενου να διαμορφωθεί (II) τραπεζικού συστήματος.

 

 

I. ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (REGULATED)

  Untitled-1.jpg

 

 

Σε αντίθεση το παρακάτω

ΙΙ. ΑΠΟΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (DEREGULATED)

Untitled-2.jpg

 

 

Το επίπεδο τιμών ως προς την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών της τράπεζας Α διαφέρει από αυτό της τράπεζας Β. Όμως, ενώ η διαφοροποίηση της τιμής των παρεχομένων υπηρεσιών δεν διαφοροποιείται τόσο δραστικά από την τράπεζα Α στην τράπεζα Β, η διαφοροποίηση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών είναι φανερά δυσανάλογη από την τράπεζα Α στην Β προς το βέλτιον.

 

Οι μεγάλες τράπεζες (Μ) λειτουργούν σε περιβάλλον χαμηλής ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών, ενώ οι μικρότερες (μ) λειτουργούν αντιστοίχως σ’ ένα άλλο σχετικά ανάλογης διαφοροποίησης τιμών αλλά υψηλότερης ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών.

 

Η προωθούμενη Αποκανονικοποίηση (Deregulation) του συστήματος θα ανακατατάξει τις τράπεζες βάσει του παραπάνω  σχήματος ΙΙ, που βασικά δεν είναι παρά η «ευθεία» προσφοράς τιμών ως προς την ποιότητα παρεχομένων υπηρεσιών του τραπεζικού τομέα συνολικά.

 

 

Οι «Μεγάλες Τράπεζες» θα προσδιορισθούν κατά κανόνα στο λειτουργικό χώρο χαμηλών τιμών αλλά και ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών. Οι δυναμικές τάσεις προσαρμογής της ανακατάταξης θα τις ωθήσει σ’ αυτό το επίπεδο.

 

Οι ανταγωνιστικές πιέσεις που δημιουργούνται οδηγούν σε συμπίεση των τιμών παρεχομένων υπηρεσιών και σε ανταγωνιστικό πλέον επαναπροσδιορισμό του συνολικού λειτουργικού κόστους της τράπεζας.

 

Η μόνη «διέξοδος» γι’ αυτές τις τράπεζες θα είναι, ελλείψει παραγωγικότητας, που θα απορροφούσε σε αντίθετη περίπτωση αυτές τις δραστικές μειώσεις κόστους παραγωγής χωρίς δραστικές επιπτώσεις στην κερδοφόρα ικανότητά τους ή την κεφαλαιακή τους διάρθρωση, να μειώσουν πιο δραστικά το επίπεδο τιμών των παρεχομένων υπηρεσιών τους, με τη δεδομένη χαμηλή ποιότητά τους, «κατεβαίνοντας» σ’ αυτό το επίπεδο.

 

Τα πόσο αυτές οι τράπεζες θα κρατηθούν έστω σ’ αυτό το επίπεδο ή το πότε θα «επανακάμψουν» θα συναρτάται απόλυτα με το «βαθμό προσαρμοστικότητας και ελαστικότητας» που τους επιτρέπει η εσωτερική διάρθρωση των οργανωτικών δομών τους.

 

Οι βαθμοί ελευθερίας των δυνατοτήτων επανάκαμψης τους συναρτώνται με το βαθμό (βάθος – εύρος) σώρευσης των δομικών στρεβλώσεων (χαρτοφυλάκια πιστοδοτήσεων, σύνθεση παθητικού, υφιστάμενη τεχνογνωσία/τεχνολογία κλπ) και την αποτελεσματικότητα που θα επιδείξουν στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου συνολικού λειτουργικού κόστους.

 

Οι «Mικρότερες Tράπεζες» αντίθετα βάσει αυτής της προσαρμογής προσδιορίζονται σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο ποιότητας με αναλογική ή όχι μείωση τιμών παρεχομένων υπηρεσιών.

 

Το μικρότερο μέγεθος, ευκολότερα διαχειρίσιμο, οι πιθανές, με διαφορετικό ρυθμό και ένταση, σωρευμένες στρεβλώσεις κα ιη μέχρι τώρα αναπτυχθείσα ικανότητά τους να κρατιούνται στη σχεδόν ολιγοπωλιακή αγορά, τους παρέχει μια άλλη ελαστικότητα προσαρμογής σ’ αυτές τις νέες ανταγωνιστικές τάσεις της αγοράς.

 

 

Οι ΞΕΝΕΣ λειτουργούσες ήδη τράπεζες a priori εντάσσονται στο λειτουργικό περιβάλλον υψηλότατης ποιότητας και ανταγωνιστικότατων τιμών παρεχομένων υπηρεσιών. Η ενσωματωμένη ήδη τεχνογνωσία και τεχνολογία στις δομές τους, τους επιτρέπει αυτή την ένταξη. Η υφιστάμενη τεχνογνωσία τους, που επιτρέπει μια ευμενέστατη διάρθρωση των συντελεστών ενεργητικού – παθητικού, η κεφαλαιακή, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, ευμενέστατη διάρθρωση των μητρικών τους (λειτουργών με το καθεστώς Branching) είναι στοιχεία που τους διασφαλίζουν, εκτός των παραπάνω, και μια άριστη διεισδυτικότητα και σύλληψη ενός υγιέστατου τμήματος της ελληνικής αγοράς και θα αποτελέσουν, όπως ήδη τώρα, την αιχμή των ανταγωνιστικών πιέσεων στην αγορά.

 

Εάν πχ μία υφιστάμενη συνήθως «μεγάλη» τράπεζα, λόγω των σωρευμένων δομικών στρεβλώσεών της δεν μπορεί να προσαρμοσθεί σ’ ένα λειτουργικό περιβάλλον χαμηλότερης τιμής / υψηλότερης ποιότητας υπηρεσιών ή αντίστροφα (απομένει φυσικά σ’ αυτή την περίπτωση να γίνει αυτό αποδεκτό από την αγορά που έχει «εμπειρία» της συγκεκριμένης τράπεζας σύμφωνα με το προηγούμενο image της), οι νέες τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν αυτό το συγκεκριμένο πρόβλημα.

Εκφράζεται η ευχή και η ελπίδα ότι αυτές τουλάχιστον οι αξιόλογες προσπάθειες που αφορούν ειδικότερα στην ίδρυση και λειτουργία νέων τραπεζών να λειτουργήσουν σαν «εξυγιαντικοί» μοχλοί για το τραπεζικό μας σύστημα

 

Η προσαρμογή αυτή θα δημιουργήσει εξ ανάγκης ισχυρές πιέσεις στο λειτουργικό αλλά και στο κόστος άντλησης κεφαλαίων των τραπεζών, στην ποιοτική ανασύνθεση του σκέλους του παθητικού και θα οδηγήσει σε μια εξ ανάγκης ταυτόχρονη ανακατάταξη των συντελεστών του ενεργητικού των.

 

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή βραχυπρόθεσμα ή έστω μεσοπρόθεσμα, οι μονάδες του τομέας δεν θα μπορέσουν να απορροφήσουν αυτό το κόστος προσαρμογής, τότε θα εκτοπίζονται από το σύστημα, λόγω των ανταγωνιστικών δυναμικών πιέσεων της προσαρμογής.

 

Αντίστοιχες προσπάθειες Αποκανονικοποιήσεων  έχουν ήδη καταγραφεί σε λειτουργικά πλαίσια τραπεζικών τομέων άλλων χωρών που είχαν μια συγκεκριμένη δυναμική, ένα ικανότατο βαθμό προσαρμοστικότητας σε δυναμικά μεταβαλλόμενες τάσεις αγοράς, ελαχιστοποιημένες στρεβλώσεις στην παραγωγική βάση τους και μια συγκεκριμένη ικανότητα δράσης / αντίδρασης ως σύστημα.

 

Σε αυτές τις περιπτώσεις η φιλελευθεροποίηση περνώντας από μια σύντομη φάση προσαρμογής με ανάλογο χαμηλό κόστος σε συνδυασμό με τις ενσωματωμένες στο σύστημα ροπές αυτορρύθμισης του απετέλεσε μια εκσυγχρονιστική και εξυγιαντική στρατηγική.

 

Αυτή θα έπρεπε να ήταν ο κύριος στόχος της στρατηγικής εκσυγχρονισμού και του τραπεζικού μας συστήματος.

 

Η επίτευξη όμως αυτού του στόχου προϋποθέτει και προαπαιτεί την ενσωμάτωση σε αυτή τη στρατηγική πρωτογενούς και εμπεδωμένης τεχνογνωσίας και όχι τη διάχυση στις οργανωτικές δομές των τραπεζών εμπειρικής στρατηγικής υπο-κουλτούρας .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στην  «Οικονομική Καθημερινή» της 14-1-1995

ΑΡΘΡΟ 9

 

«Σχεδιασμός Προοπτικής & Διαρθρωτικός Εκσυγχρονισμός του Τραπεζικού Συστήματος»

 

του Νικόλα Τυλλιανάκη

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ναυτεμπορική» της 28-1-1994

 

 

Ο Σχεδιασμός Προοπτικής του Τραπεζικού Συστήματος που στοχεύει κύρια στη στήριξη της Ανάπτυξης της Εθνικής Οικονομίας θα πρέπει να θεωρεί και τον αναγκαίο Διαρθρωτικό Εκσυγχρονισμό του συστήματος μέσα από ένα πλέγμα προγραμματισμένων παρεμβάσεων  σε αυτό με στόχο τον επαναπροσδιορισμό της δομής και του λειτουργικού του αποτελέσματος.

 

Μία όπως η παραπάνω παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα, που είναι ένα «ανοικτό σύστημα», με την εγγενή αδυναμία του να περάσει σε μια φάση αυτορρύθμισης, την ευπαθή ισορροπία και σωρευμένες δομικές στρεβλώσεις, είναι ένα πολύπλοκο τεχνικό εγχείρημα.

 

Ο εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος περνά μέσα από την ικανοποίηση δύο βασικών προϋποθέσεων: τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητάς του.

Στο σκέλος της ανταγωνιστικότητας, εκτός από την απαραίτητη βελτίωση της παραγωγικότητας, θα πρέπει να διασφαλισθεί η έγκαιρη και ανάλογη ποιοτικά προσαρμογή της παραγωγής-προσφοράς του συστήματος στις προδιαγραφές ζήτησης της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Μιας ζήτησης η οποία διαμορφώνεται από τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό ο οποίος επειδή είναι «έντασης τεχνολογίας» έχει υπερβεί τα μέχρι τώρα παραδοσιακά πλαίσια διαμόρφωσής του και ανατρέπει τις παραδοσιακές δομές των τραπεζικών συστημάτων, όπως του δικού μας.

 

Μπαίνει κατά συνέπεια επιτακτικά το θέμα της αναδιάρθρωσης και αναδιοργάνωσης της παραγωγής - προσφοράς χρηματοπιστωτικών προϊόντων με τρόπο που να εναρμονίζεται με τις τάσεις και ανακατατάξεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

 

Η διαρθρωτική εκσυγχρονιστική παρέμβαση που θα επαναπροσδιορίσει  τη δομή και το λειτουργικό αποτέλεσμα του τραπεζικού συστήματος θα απορρίψει, ως είναι φυσικό, και τα «επενδεδυμένα συμφέροντα» που έχουν διαχρονικά και από πολλού ενσωματωθεί στη παραγωγική και λειτουργική του δομή και θα δημιουργήσει ένα κόστος προσαρμογής του συστήματος στα νέα λειτουργικά πλαίσια.

 

Αυτό το κόστος προσαρμογής θα πρέπει εκ των προτέρων να αποτιμηθεί, να προγραμματισθεί και να ενσωματωθεί στο συνολικό κόστος της επίσης απαραίτητης και αναγκαίας προσαρμογής της Εθνικής μας Οικονομίας.

 

Όπως σε επίπεδο εθνικής οικονομίας θα πρέπει να προσεγγίζουμε μέσα από μια λογική στρατηγικής σταθεροποίησης – προσαρμογής και ταυτόχρονης ανάπτυξης του συνολικού συστήματος, έτσι και στο επίπεδο του τραπεζικού τομέα  οι προσεγγίσεις για την επίτευξη των παραπάνω στόχων θα πρέπει να θεωρήσουν το τραπεζικό τομέα ως ένα από τα κύρια υποσυστήματα της οικονομίας και καθοριστικού θα έλεγε κανείς ρόλου, αφού αυτό το υποσύστημα (τραπεζικός τομέας) διασυνδέει  οργανικά και δυναμικά το σύνολο των υποσυστημάτων της Εθνικής Οικονομίας.

 

Για αυτό ακριβώς το λόγο και οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις σε επίπεδο Εθνικής Οικονομίας θα πρέπει να είναι ενταγμένες σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο (στη βάση όλων των υποσυστημάτων της) για την μακροπρόθεσμη σύγκλιση των επιμέρους επιδιωκομένων στόχων.

 

Κατά συνέπεια η μη παρέμβαση στο υποσύστημα του τραπεζικού τομέα αδρανοποιεί την  απαραίτητη συνέργεια μεταξύ των  αλληλο-τροφοδοτούμενων υποσυστημάτων του συνολικού συστήματος της οικονομίας  με βέβαιο κίνδυνο να το οδηγήσει σε απορρύθμιση.

 

Οι συναρτησιακές σχέσεις των υποσυστημάτων είναι αποδυναμωμένες και αντιλειτουργικές με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της συνισταμένης των να είναι ένας σημαντικός παράγοντας της λειτουργικής αναποτελεσματικότητας του συστήματος της οικονομίας η εντροπία του οποίου επιδεινώνεται και έχει καταστεί πλέον οριακή.

 

Αποσπασματικές παρεμβάσεις στο κάθε σύστημα ανατρέπουν θεμελιακές αρχές έτσι ώστε επιμέρους πολιτικές που εκ πρώτης όψεως εμφανίζονται βραχυπρόθεσμα αλληλοσυμπληρούμενες, μεσοπρόθεσμα να καθίστανται αλληλοαναιρούμενες, ακυρώνοντας έτσι τη σύγκλιση των μακροπρόθεσμων στόχων.

 

Ο Σχεδιασμός Προοπτικής του Τραπεζικού Συστήματος για να εκφράσει ρεαλιστικούς στόχους προϋποθέτει τον διαρθρωτικό εκσυγχρονισμό και τη προσαρμογή του στα διεθνή χρηματοπιστωτικά πλαίσια από την υφιστάμενη σημερινή δομή του, που έχει τα παρακάτω βασικά χαρακτηριστικά:

 

1.   Την έλλειψη στρατηγικού προσανατολισμού και εναρμόνισης-σύγκλισης με τον αναπτυξιακό προσανατολισμό(σχεδιασμό)της εθνικής οικονομίας.

2.   Τους αποδυναμωμένους συντελεστές δράσης/αντίδρασης  στις ανταγωνιστικές πιέσεις, τις φθίνουσες τάσεις συμπεριφοράς του και η παντελή έλλειψη συνέργειας των επιμέρους μονάδων τραπεζών του συστήματος.

3.   Την ελλειπτικότητα των μέχρι σήμερα προσεγγίσεων σε σχέση με τον εκσυγχρονισμό των σωρευμένων δομικών και διαρθρωτικών στρεβλώσεών του.

4.   Τη φθίνουσα οικονομική αποδοτικότητα και λειτουργική αποτελεσματικότητα που σε συνδυασμό με την ανεπαρκή παραγωγή/προσφορά χρηματοπιστωτικών προϊόντων/υπηρεσιών  διαμορφώνουν συνθήκες εκτοπισμού του συστήματος από το διεθνή καταμερισμό των χρηματοπιστωτικών αγορών.

5.   Τη σχεδόν ολιγοπωλιακή δομή του και τη κατά μεγάλο βαθμό διαχείριση και κατεύθυνση της εθνικής αποταμίευσης σε τομείς  με εμφανέστατα συμπτώματα διαρθρωτικών στρεβλώσεων .

6.   Την έλλειψη εξωστρέφειας των δραστηριοτήτων του μη διασυνδέοντας  έτσι την  Ελληνική με τις διεθνείς αγορές.

 

Ο Σχεδιασμός Προοπτικής  του τραπεζικού συστήματος προϋποθέτει τη διασύνδεσή του με τον Αναπτυξιακό Προγραμματισμό της εθνικής οικονομίας και θεωρεί στη βασική άρθρωσή του τις παρακάτω παραμέτρους:

 

A. Τις διαθρωτικές στρεβλώσεις του, που μετασχηματίζονται σε δέσμες διαπλεκόμενων και αλληλεξάρτητων ανασχετικών παραγόντων   ανάπτυξης της οικονομίας.

 

B. Τις τάσεις, ανακατατάξεις και προσαρμογές του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος σε επίπεδο δομών και παραγωγής αφενός και αφετέρου σε επίπεδο στρατηγικής αγορών που σε διεθνή κλίμακα βρίσκονται ήδη σε συγκλίνουσα αντιστοιχία για τη δημιουργία μιας υπερ-αγοράς χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών.

 

 

Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του σχεδιασμού καταγράφεται σε δύο ορίζοντες χρονικής απόδοσης :

 

   I.        Του μεσοπρόθεσμου που αναφέρεται στο Διαρθρωτικό Εκσυγχρονισμό, Προσαρμογή και Αναπτυξιακή Στήριξη της Εθνικής Οικονομίας και

II.        Του βραχυπρόθεσμου που από τη μια υλοποιεί βασικές πολιτικές Λειτουργικής Συγκρότησης του τραπεζικού συστήματος και από την άλλη υλοποιεί πολιτικές Ταχύρρυθμης Παραγωγής Έργου με στόχο τη τόνωση της φθίνουσας παραγωγικής δραστηριότητας, την αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα και τη καταγραφή άμεσου παραχθεισόμενου έργου για τη δημιουργίας θετικών προσδοκιών στην Ελληνική αγορά. 

 

Στελεχική Πολιτική.

 

Το βασικότερο συστατικό επιτυχίας του «Σχεδιασμού Προοπτικής και Εκσυγχρονισμού του Τραπεζικού Συστήματος», αποτελεί η Στελεχική Πολιτική του Τραπεζικού Τομέα.

 

Θα πρέπει να προσδιορίζεται από κριτήρια αξιοκρατικής επιλογής υψηλής επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης των στελεχών του Top Management των τραπεζών.

 

Η εμπεδωμένη γνώση των Αναπτυξιακών Διαδικασιών και Στόχων της Δημόσιας Διοίκησης με την έννοια της Κυβερνητικής και των μηχανισμών και ιδιομορφιών της Ελληνικής αγοράς ,θα πρέπει απαραίτητα να συμπληρώνεται  με αφομοιωμένη και εμπεδωμένη οικονομική γνώση και εμπειρία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού και οικονομικού περιβάλλοντος.

 

Το τραπεζικό μας σύστημα εξ αντικειμένου λειτουργεί σε ένα ανοικτό σύστημα, Ευρωπαϊκό και Διεθνές, όπου οι ανταγωνιστικές πιέσεις πρέπει να ενσωματώνονται  παραγωγικά και στο δικό μας Τραπεζικό Σύστημα.

 

Η μη αναδιάρθρωση παραγωγής-προσφοράς χρηματοπιστωτικών προϊόντων/υπηρεσιών θα έχει σαν αποτέλεσμα την εκχώρηση σημαντικού μεριδίου της Ελληνικής αγοράς  στο διεθνή ανταγωνισμό.

Αυτό αναμένεται σύντομα.

 

Απαιτείται πρωτοποριακή σκέψη και δημιουργικά φαντασία για την επίτευξη των παραπάνω στόχων.

 

Στόχων που προσδιορίζουν και τη κατεύθυνση ανάπτυξης της Εθνικής μας Οικονομίας. 

 

Δεν αρκεί μόνο να γνωρίζουμε το ΠΟΥ θα πρέπει να  πάμε για να μην αφανισθούμε ως Έθνος, αλλά το σημαντικότερο το ΠΩΣ θα πάμε εκεί.

 

Είναι εθνικά αναγκαία η ενσωμάτωση στο ανώτατο επίπεδο σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων του τραπεζικού μας συστήματος πρωτογενούς και αυθεντικής (όχι εμπειρικής) διοικητικής κουλτούρας, managerial culture.

 

Οι μονάδες του τραπεζικού συστήματος την τελευταία 40ετία έχουν διαμορφώσει τις δικές τους λειτουργικές ροπές, τη δική τους δυναμική, τη δική τους ηθική.

 

Το Top Management των τραπεζών πρέπει να ανατρέψει από αυτά τα αρνητικά στοιχεία και να τα μετασχηματίσει σε θετικούς παράγοντες συμβολής στο τελικό εθνικό στόχο πραγματικής ανάπτυξης  της οικονομίας.

 

Χρειάζεται έμπνευση, διορατικότητα και επαγγελματική εγκυρότητα για τη σύλληψη, το σχεδιασμό και την υλοποίηση των ορθοτομών που απαιτούνται για την επίτευξη των παραπάνω στόχων.

 

Η διεθνής εμπειρία έχει καταγράψει πλείστες περιπτώσεις όπου η απουσία των παραπάνω χαρακτηριστικών του Top Management  μετέτρεψαν τα τραπεζικά ιδρύματα σε ανασχετικούς και πολλές φορές  ακυρωτικούς παράγοντες μιας εθνικής προσπάθειας οικονομικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης των οικονομιών.

 

Θεωρούμε εθνικά αναγκαίο το τραπεζικό μας σύστημα να συμμετάσχει ενεργά στην ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας.

Το ανώτατο στελεχικό δυναμικό του να αυτοπροσδιορίζεται στον εθνικό του ρόλο που απαιτεί η επιβίωσή μας ως οικονομίας και έθνους.

 

Δεν θα μπορούσα τελειώνοντας αυτή τη συνοπτική μου αναφορά να μην ανατρέξω στη γνώμη του καθηγητή μου Dr.Donald Jacobs, πρύτανη του J.L Kellogg Graduate School of Management του πανεπιστημίου Northwestern University of Chicago, ότι τα τραπεζικά συστήματα προσδιορίζουν και καθορίζουν την εξέλιξη των οικονομιών.

Στη δική μας περίπτωση, την Ελλάδα, εμείς θα προσθέταμε και του ΕΘΝΟΥΣ μας.

 

________________________________

 

Η Ταχύρρυθμη Παραγωγή Έργου

(Ενδεικτικές περιπτώσεις).

 

Ενδεικτικές πολιτικές  Ταχύρρυθμης Παραγωγής  Έργου αναφέρουμε συνοπτικά παρακάτω:

 

1. «Επανεπένδυση Αποταμιευτικών Πόρων Περιοχής».

Ένα σύστημα κανόνων που θα «υποχρεώνει» τις τράπεζες (υπό κρατικό έλεγχο) να ανακυκλώνουν χρηματοδοτικά/επενδυτικά ένα ορισμένο ποσοστό των αντλούμενων από τη περιοχή αυτή αποταμιεύσεων στην ίδια τη περιοχή. Το ποσοστό  των ανακυκλούμενων πόρων σε επίπεδο νομού/περιφέρειας  θα προσδιορίζεται με βάση τις αναπτυξιακές ανάγκες της κάθε περιοχής (άλλο ποσοστό για παράδειγμα για Θεσσαλία και άλλο για Θράκη, Εύβοια κλπ). Η πολιτική αυτή εντασσόμενη στο συνολικό πλαίσιο ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, θα μπορούσε να καταστεί εργαλείο δυναμικής - πολλαπλασιαστικής αποτελεσματικότητας. Είναι αναπτυξιακά αναποτελεσματικό και από πλευράς σύμμετρης ανάπτυξης αλλά και κοινωνικά άδικο αποταμιευτικοί πόροι υποανάπτυκτων περιοχών να χρηματοδοτούν παραγωγή και ανάπτυξη ανεπτυγμένων περιοχών όπως γίνεται σήμερα.

Παράλληλα διαμορφώνει  ρεαλιστικές προσδοκίες ανάπτυξης και απασχόλησης στις υποβαθμισμένες περιοχής.

 

2.  Πολιτικές οικονομικής διείσδυσης στα Βαλκάνια.

3.  Ίδρυση Ομογενειακών Τραπεζών

Στις   ΗΠΑ, Καναδά, Ευρώπη με τη συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας και του εκεί ομογενειακού -επιχειρηματικού στοιχείου (Τράπεζα Δωδεκανησίων, Κρητών, Ηπειρωτών, Αρκάδων, Μακεδόνων κλπ). Με αυτό τον τρόπο το ομογενειακό στοιχείο θα μπορέσει να «ενσωματωθεί» επιχειρηματικά/επενδυτικά στον Ελληνικό χώρο. Αυτές οι τράπεζες θα είναι «κανάλια» μεταφοράς πόρων και τεχνογνωσίας –τεχνολογίας στον Ελληνικό παραγωγικό ιστό.

4. Δημιουργία  Venture Capital Projects με τη συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας και του επιστημονικού και επιχειρηματικού στοιχείου των ΗΠΑ, Καναδά και Ευρώπης.

Θα μπορούσαν καταρχήν  να αναληφθούν direct investments σε μικρές μονάδες τεχνολογίας αιχμής και έντασης κεφαλαίου και σε δεύτερη φάση η μεταφορά και ενσωμάτωσή τους στον Ελληνικό παραγωγικό ιστό (παράδειγμα Ισραήλ).

Η χρηματοδοτική στήριξη αυτών των δραστηριοτήτων θα μπορούσε εν μέρει να αναληφθεί και από τις κατά τόπους παραπάνω Ομογενειακές Τράπεζες.

5. Ίδρυση Τράπεζας Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων

Με τη συγχώνευση δύο ή περισσότερων μικρών τραπεζών . Στόχος η χρηματοδοτική και συμβουλευτική στήριξη της ραχοκοκαλιάς της εθνικής παραγωγής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. 

Θα μπορούσε η δραστηριότητα της τράπεζας αυτής να συνδυαστεί με τη πολιτική του ΕΟΜΜΕΧ. Η ΕΟΚ ακολουθεί ανάλογη πολιτική για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της όπως και η ΗΠΑ  μέσω του Small Business Administration, που είναι φορέας του Αμερικανικού δημοσίου.

6. Ενεργοποίηση του συστήματος «Χρηματοδότησης   Παραγωγικών  

    Δραστηριοτήτων-Πρωτοβουλιών Νέων».

Για την ένταξη της νεολαίας στην παραγωγική διαδικασία από την οποία την έχει αποκλείσει το βασισμένο στις εμπράγματες εξασφαλίσεις τραπεζικό σύστημα. Είναι ένας επενδυτικός / χρηματοδοτικός φορέας με τη συμμετοχή μίας από τις επενδυτικές τράπεζες. Η συμμετοχή του κάθε Νέου στη χρηματοδοτούμενη δραστηριότητα προσδιορίζεται με την «αποτίμηση της τεχνογνωσίας» του ή των περιουσιακών του στοιχείων. Προβλέπεται σε ένα χρονικό ορίζοντα 3-5 ετών ο μειοψηφών σε αυτή την επένδυση Μέτοχος-Νέος να εξαγοράζει τμηματικά μετοχές από τον πλειοψηφόντα  κρατικό φορέα μέχρι να καταστεί  100% μέτοχος. Εάν για παράδειγμα ένας δραστήριος και με επιχειρηματικές προοπτικές Νέος κατέχει τη τεχνογνωσία της ιχθυοτροφίας ,αυτός ο Νέος θα παραμείνει στη περιφέρειά του και θα ενσωματώσει τη τεχνογνωσία του σε αυτή την επένδυση που θα παρέχει χρηματοδοτική και συμβουλευτική στήριξη ο παραπάνω φορέας.Η καταγραφή Επιχειρηματικών Πρωτοβουλιών Νέων σε εθνικό επίπεδο μπορεί να γίνει και από τη Τοπική Αυτοδιοίκηση για την καταρχήν κατανομή και προγραμματισμό των υπό επένδυση πόρων.

Εκτιμάται ότι θα έχει δραστικές επιπτώσεις στην απασχόληση των Νέων.

7. Αμεση εφαρμογή «Λειτουργικού Πλαισίου Ταχύρρυθμων

    Διαδικασιών του Τραπεζικού Συστήματος»

για την έγκαιρη διεκπεραίωση χρηματοδοτικών αιτημάτων επιχειρήσεων και ιδιωτών και καθιέρωση ρεαλιστικών κριτηρίων αξιολόγησης «χρηματοδοτικού κινδύνου» βάση προοπτικής και όχι μόνο «εμπράγματων εξασφαλίσεων». Οι χρηματοδοτούσες τράπεζες «θα υποχρεούνται» εντός εβδομάδας από την υποβολή του αιτήματος να γνωστοποιούν εγγράφως στον ενδιαφερόμενο όχι μόνο την έγκριση του αιτήματος αλλά  και τους συγκεκριμένους λόγους απόρριψής του , στα πλαίσια της αντικειμενικής αξιολόγησης του αιτήματος.

 

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ναυτεμπορική» της 28-1-1994

 

ΑΡΘΡΟ 10

 

 

«O Εκσυγχρονισμός του

Τραπεζικού Τομέα»

του Νικόλα Τυλλιανάκη

Δημοσιεύθηκε στο «Περιοδικό Manager»  Σεπτέμβριος 1992

 

 

Ο Εκσυγχρονισμός του Τραπεζικού Συστήματος πρέπει να ενταχθεί σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στρατηγικής προσανατολισμένο στις ανάγκες της εθνικής οικονομίας. Παράλληλα, το θέμα της στελεχικής πολιτικής αποτελεί βασικό συστατικό της συνολικής διαδικασίας για τον εκσυγχρονισμό του τραπεζικού τομέα.

 

Ο εκσυγχρονισμός του τραπεζικού τομέα-συστήματος στο πλαίσιο της «αποκανονικοποίησής» (φιλελευθεροποίησης-deregulation) του που προωθείται τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο πλαίσιο στρατηγικής  αναπτυξιακού αναπροσανατολισμού της εθνικής οικονομίας.

Μεμονωμένες ή αποσπασματικές  εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις σε επίπεδο συνολικού συστήματος διαχέονται αναποτελεσματικά στο συνολικό σύστημα, εφόσον δεν είναι προγραμματισμένες και ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες στο ενιαίο αυτό πλαίσιο.

Είναι δε πιθανό, λόγω της αποσπασματικότητάς των, που δεν εξασφαλίζει ένα ικανό βαθμό συνέργιας μεταξύ των ή σε σχέση με το συνολικό σύστημα, να οδηγήσουν το συνολικό σύστημα σε μια φάση απορρύθμισής του.

Εάν όμως το πλήθος των εκσυγχρονιστικών παρεμβάσεων δεν είναι ενιαία συγκροτημένο και ολοκληρωμένο σε ένα εκσυγχρονιστικό πλαίσιο (παραγωγής-θεσμικό) της εθνικής οικονομίας, τότε το αθροιστικό αποτέλεσμά των θα έχει πολλαπλάσια αρνητικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά του συνολικού συστήματος της οικονομίας, μη φυσικά  αποκλειόμενης  και της απορρύθμισης του.

 

Σημειώνουμε ότι στη συνοπτική αυτή θεώρηση δεν αξιολογείται το συνολικό κόστος προσαρμογής που ενσωματώνεται στην εκσυγχρονιστική και τη διαδικασία αποκανονικοποίησης  του τραπεζικού συστήματος, όπως επίσης και η κατανομή του σε επίπεδο συνολικής οικονομίας.

 

Ο εκσυγχρονισμός αυτός του τραπεζικού συστήματος θα πρέπει απαραίτητα να θεωρηθεί μέσα στο ολοκληρωμένο πλαίσιο του συστήματος που προσδιορίζεται από τα χαρακτηριστικά συμπεριφοράς του, όπως :

 

-          Οι χαμηλοί συντελεστές δράσης-αντίδρασης του συστήματος.

-          Οι αρνητικές ροπές που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του.

-          Οι δομικές και διαρθρωτικές στρεβλώσεις που έχουν από πολλού ενσωματωθεί  στη παραγωγική βάση του συστήματος.

 

Η εξάλειψη αυτών των στρεβλώσεων κατά τις διαδικασίες του εκσυγχρονισμού, θα διαμορφώσει ένα σημαντικό οικονομικό και ίσως κοινωνικό κόστος.

Παράλληλα η διαδικασία αυτή επαναπροσδιορισμού του συνολικού συστήματος – σε τρόπο ώστε η παραγωγή του να ανταποκρίνεται έγκαιρα και με τις απαραίτητες ποιοτικές προδιαγραφές στη νέα διεθνή ζήτηση χρηματοπιστωτικών προϊόντων εξ αντικειμένου θα «αποβάλει» τα από πολλού  «επενδεδυμένα» συμφέροντα στη παραγωγική του βάση με αποτέλεσμα τη δημιουργία «τομών» στον κοινωνικοοικονομικό ιστό, διαμορφώνοντας έτσι ένα κόστος προσαρμογής.

Αυτό θα  πρέπει, ει δυνατόν, να προγραμματισθεί εκ των προτέρων ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής και να κατανέμεται αξιόπιστα σε επίπεδο εθνικής οικονομίας και δεν θα πρέπει να αξιολογείται με υποκειμενικά κριτήρια μόνο.

 

-          Η σχεδόν ολιγοπωλιακή του δομή του τραπεζικού συστήματος.

-          Το υψηλό κόστος παραγωγής του – όχι απαραίτητα και μόνο του κόστους προσωπικού- η χαμηλή προστιθέμενη αξία των παραγόμενων υπηρεσιών, η συνεχώς μειούμενη παραγωγικότητα του και η λειτουργική ετερογένεια των μονάδων του

είναι παράγωγα της οργανωτικής του διάρθρωσης και της έλλειψης αξιόπιστου προγραμματισμού σε επίπεδο :

·         Στρατηγικό

·         Τακτικό και

·         Λειτουργικό.

 

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά στοιχεία του τραπεζικού συστήματος δεν προσδιορίζουν έναν ικανό βαθμό προσαρμοστικότητας του στις δυναμικά μεταβαλλόμενες τάσεις και ανακατατάξεις της εγχώριας και διεθνούς χρηματοπιστωτικής αγοράς που διαμορφώνεται από έναν ολοένα εντεινόμενο ανταγωνισμό που έχει από πολλού το έως τώρα παραδοσιακό πλαίσιο διαμόρφωσής του.

 

Αυτός ο ανταγωνισμός που διακρίνεται από ένταση τεχνογνωσίας και τεχνολογίας εξ αντικειμένου ανατρέπει τις έως τώρα τις διαρθρωτικές και οργανωτικές δομές των τραπεζών και διαμορφώνει μια νέα διεθνή ζήτηση  υπηρεσιών/προϊόντων στην οποία θα πρέπει να προσαρμοσθεί του τραπεζικού μας συστήματος έγκαιρα και με τις ανάλογες ποιοτικές προδιαγραφές παραγωγής.

 

Προς αυτή τη κατεύθυνση θα πρέπει να στοχεύει ο διαρθρωτικός εκσυγχρονισμός του τραπεζικού συστήματος, που είναι  απαραίτητο να προηγηθεί ή να υλοποιηθεί παράλληλα με την αποκανονικοποίηση (φιλελευθεροποίηση) του συστήματος για την ελαχιστοποίηση  του συνολικού κόστους προσαρμογής του.

 

Με βάση τα παραπάνω και μέσα στο πλαίσιο συμπεριφοράς του τραπεζικού συστήματος καθίστανται σχεδόν απαγορευτικές αυτές οι υφιστάμενες συνθήκες για δραστηριότητες Συγχωνεύσεων (Mergers) επιμέρους μονάδων σε Κάθετη ή Οριζόντια βάση χωρίς να προηγηθεί ο εκσυγχρονισμός των υπό συγχώνευση μονάδων. Διαφορετικά, δεν επιτυγχάνεται ένα αποτέλεσμα  με συνέργειες ,όπως διαφορετικά σε ένα διαφορετικό με λιγότερες στρεβλώσεις  λειτουργικό περιβάλλον όπου οι συγχωνεύσεις μονάδων  παράγουν και ένα εκσυγχρονιστικό αποτέλεσμα.

 

Στο σκέλος των Εξαγορών (Acquisitions) ή των νέο-ιδρυομένων τραπεζών η αξιόπιστη συναφής επαγγελματική εμπειρία και επιστημονική κατάρτιση του ανωτάτου στελεχιακού δυναμικού (Top Management) θα πρέπει να θεωρείται το βασικότερο στοιχείο επιτυχίας αυτού του εγχειρήματος που συναρτάται όχι μόνο με τη διασφάλιση και την ικανοποιητική αποδοτικότητα των επενδυόμενων  πόρων αλλά και με την απαραίτητη συμβολή  αυτού του εγχειρήματος στην ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας.

 

Εκφράζουμε την άποψη και  ελπίδα ότι στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των παραπάνω δραστηριοτήτων θα πρέπει να είναι προσδιορισμένοι οι Στρατηγικοί στόχοι, οι απαραίτητες Τακτικές προσεγγίσεις που θα υποστηρίζουν τη ρεαλιστική επίτευξη αυτών των στόχων και φυσικά η ανταγωνιστική λειτουργική συγκρότηση ή ανασυγκρότηση των τραπεζών.

 

Η απεικονιζόμενη λογιστική και προβαλλόμενη προοπτικά στα σχέδια επιχειρησιακής δράσης των τραπεζών σε ένα χρονικό ορίζοντα 5ετίας θα πρέπει απαραίτητα να ενσωματώνει και το βασικό στοιχείο αυτής της προγραμματιζόμενης δραστηριότητας, δηλαδή τη δέσμευση και τις ενέργειες των διοικήσεων των σε τρόπο που όχι μόνο να προσδιορίζουν τους ενδιάμεσους στη 5ετία στόχους και αποκλίσεις αλλά και να κατοχυρώνουν τη συνεχή ροή της λειτουργικής δραστηριότητας της τράπεζας. Προέχει η επίτευξη και η διασφάλιση των εταιρικών στόχων.

 

Αυτό και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το «Σχέδιο Επιχειρηματικής Δράσης» που προβάλλει σε ένα μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα τη δυναμική δραστηριότητα της τράπεζας, για να είναι αξιόπιστο και ρεαλιστικό θα πρέπει να :

·         Προσδιορίζει

·         Αξιολογεί  και να

·         Αξιοποιεί

σε χρονική διαρκή βάση τις δυναμικές ανακατατάξεις και προσαρμογές που γίνονται όχι μόνο σε μακροοικονομικό επίπεδο αλλά και στον εγχώριο τραπεζικό τομέα στα πλαίσια της φιλελευθεροποίησης και του εκσυγχρονισμού του και φυσικά της δυναμικά ανταγωνιστικότατης διεθνούς ζήτησης χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

Διότι σε αντίθετη περίπτωση, αυτό το «Σχέδιο Επιχειρηματικής Δράσης» θα αποκοπεί από τη δυναμική του χώρου και θα μετεξελιχθεί αναγκαστικά σε μια «απλή λογιστική απεικόνιση» μικροοικονομικών μεγεθών της Τράπεζας.

Παράλληλα, κατά τη διεθνή πρακτική, το  «Σχέδιο Επιχειρηματικής Δράσης» της Τράπεζας θα πρέπει να καταγράφει για λογαριασμό των μετόχων, τις αποκλίσεις από τους προσδιορισθέντες στόχους  και όντας δεσμευτικό για τους σχεδιαστές / απλοποιούντες αυτό Διοικήσεις - Top Management -, να προσδιορίζει και να κατανέμει αξιοκρατικά πλέον στοιχεία αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας  ή αντίστροφα, δηλαδή αξιοκρατικής αξιολόγησης του εμπλεκομένου Top Management, Διοίκησης της Τράπεζας.

 

Η καθημερινή πρακτική στον Ελληνικό τραπεζικό χώρο

 

Η καθημερινή πρακτική στον Ελληνικό χώρο οδηγεί σε διαπιστώσεις του τύπου είναι εύκολο  «να λέγεται ΤΙ θα γίνει », τι ενέργειες για τη Τράπεζα. Όμως ίσως είναι  πολύ δύσκολο να προσδιορίζεται το «ΠΩΣ», με ποιο τρόπο, μεθοδολογία, προσέγγιση θα γίνει αυτό.

 

Ο ρεαλιστικός, αξιόπιστος και αντικειμενικός αξιολογητής της προτεινόμενης προσπάθειας - «Σχέδιο Επιχειρηματικής Δράσης» - θα πρέπει να συν-αξιολογεί, παράλληλα με τις δυνατότητες επίτευξης του προτεινόμενου επιχειρησιακού στόχου, τον τρόπο/τρόπους επίτευξής του.

 

Για αυτό το λόγο αποφεύγεται πάντοτε από το Top Management στις Ελληνικές Τράπεζες να προτείνεται και να καταγράφεται ο τρόπος επίτευξης του επιχειρησιακού στόχου, του «ΠΩΣ» δηλαδή, του τρόπου αξιολόγησης της Διοίκησης της Τράπεζας.

 

Αυτή η εσφαλμένη εμπειρική πρακτική αξιολόγησης (Διοικήσεων) όχι μόνο αναιρεί ή αδρανοποιεί τους μηχανισμούς που έχουν σχέση με τη διασφάλιση των επενδυθέντων/επενδυόμενων  κεφαλαίων, αλλά ανατρέπει και αυτή καθεαυτή  την επενδυτική και εκσυγχρονιστική φιλοσοφία της συνολικής αυτής οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή την τελική επιτυχία της σε Εθνικό Επίπεδο.

 

Εξ αντικειμένου μιας δραστηριότητας που έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όχι μόνο συμβολής στη συνολική ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας αλλά προσδιορίζει, σε ένα βαθμό, και τη συνολική κατεύθυνση  της μέσω της ανακύκλωσης αποταμιευτικών πόρων μέσω της τραπεζικής δραστηριότητας σε δραστηριότητες και τομείς που είναι απαραίτητο να συμβάλουν αθροιστικά στην αναγκαία σήμερα ανάπτυξη της.

 

Στη διεθνή οικονομική σκηνή έχουν καταγραφεί συνεπείς επενδυτικές πρωτοβουλίες, που επειδή στερούντο των παραπάνω πρακτικών, προδιαγραφών και χαρακτηριστικών του εμπλεκομένου Top Management και φυσικά του αξιόπιστου σχεδιασμού και συστηματικής υλοποίησης των, μετεξελίχθηκαν σε ανασχετικές και ανατρεπτικές προσπάθειες στη συνολική Αναπτυξιακή Πολιτική Εθνικών Οικονομιών.

 

Η στελεχική πολιτική

 

Το θέμα της στελεχικής πολιτικής που αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της συνολικής εκσυγχρονιστικής και αναπτυξιακής πολιτικής θα πρέπει να προσδιορίζεται από κριτήρια επιλογής υψηλής επιστημονικής και συναφούς επαγγελματικής τεχνογνωσίας  και κατάρτισης των στελεχών της διοίκησης.

 

Πράγματι υφίσταται πλούσιο στελεχικό δυναμικό στη χώρα ,νέας ηλικίας  και με άριστες ικανότητες  απορρόφησης και υιοθέτησης της νέας απαραίτητης τεχνογνωσίας για την εφαρμογή και προώθηση των εκσυγχρονιστικών  πολιτικών στο τραπεζικό τομέα και τη δημόσια διοίκηση.

 

 

Κάπου όμως δημιουργείται η εντύπωση  στον αντικειμενικό κριτή/αξιολογητή ότι το «σύστημα επιλογής» των στελεχών, ειδικότερα των ανώτατων, αντί να βασίζεται στα παραπάνω κριτήρια στηρίζεται μάλλον σε ένα πλέγμα διαπροσωπικών και ενδοπροσωπικών   σχέσεων κατά κύριο λόγο.

 

Αυτή η ακολουθούμενη πολιτική «ανακυκλώνει»  ή «ανασύρει» ένα πεπερασμένο και περιορισμένο αριθμό στελεχών προς αξιοποίηση, που όχι μόνο αποκλείει τον δυναμισμό, την προοπτική και εκσυγχρονιστική  διάσταση  από αυτή τη διαδικασία, αλλά ενσωματώνει αυτή τη πεπερασμένη «τεχνογνωσία» στις οργανωτικές δομές του Τραπεζικού Συστήματος ή της Δημόσιας Διοίκησης.

 

Έτσι αυτή η «αναπλασμένη εκσυγχρονιστική φιλοσοφία» με το να ενσωματώνεται  στις Οργανωτικές Δομές επηρεάζει «ανάλογα» και τη συμπεριφορά αυτών των δομών.

 

Η ενσωμάτωση μιας στις Οργανωτικές Δομές στοιχείων μιας «αναπλασμένης διοικητικής και αναπαραχθείσας εκσυγχρονιστικής υποκουλτούρας» επιδρά ανασχετικά και στρεβλωτικά στο συνολικό σύστημα/δομή.

Αυτό δεν το έχουμε αποφύγει στη χώρα μας μεταπολεμικά.

 

Η αξιολογική μας άποψη βασισμένη στη διεθνή  επαγγελματική εμπειρία έχει καταγράψει πλείστες περιπτώσεις σε άλλες χώρες ,όπου οι επιλογές στελεχών Top Management  και που ανεδείχθησαν σε αυτό το επίπεδο μόνο μέσα από «συγκυρίες» (πολιτικές, κοινωνικές δημοσίων σχέσεων κλπ ) και όχι μέσα από ένα παράλληλο πλέγμα αξιοκρατικών κριτηρίων, για το σχεδιασμό ή την υλοποίηση μιας συγκεκριμένης  αναπτυξιακής πολιτικής ,υπήρξαν καταλυτικά προσδιοριστικές στην αποτυχία της συνολικής αναπτυξιακής προσπάθειας.

Το σημαντικότερο κίνητρο για τα νέα στελέχη του Τραπεζικού/Επιχειρησιακού τομέα μπορεί να συνοψισθεί  στα λόγια του καθηγητή μου Prof. J.Wood, J.L Kellogg Graduate School of Management, Northwestern University of Chicago, που συνήθιζε να αναφέρει ότι είναι πιο ενδιαφέρουσα η προσπάθεια να «φθάσεις εκεί», παρά να «είσαι εκεί», στο ανώτερο ή ανώτατο επίπεδο  δηλαδή της Διοίκησης, δηλαδή του Top Management Level.

Γίνονται κατά κανόνα αναφορές στα πλαίσια των δραστικών αναπροσανατολισμών, ανακατατάξεων, προσαρμογών και εξελίξεων  που χαρακτηρίζουν τη διεθνή σκηνή και έχουν άμεσες επιπτώσεις για το «ΠΩΣ» θα είναι η 10ετία του 90 στο τραπεζικό τομέα. Αυτό μόνο όμως περιγράφεται.

Γνωρίζουμε όμως αυτά τα «χαρακτηριστικά» των εξελίξεων που αποτελούν μια συγκεκριμένη φιλοσοφία, την τεχνολογική/διοικητική κουλτούρα για να προετοιμασθούμε ανάλογα;

Υφίσταται το απαιτούμενο εκπαιδευμένο στελεχικό δυναμικό να αφομοιώσει   και εφαρμόσει έγκαιρα και ταχύτατα αυτήν την τεχνογνωσία/τεχνολογία;

Διότι έχουμε την άποψη ότι υφίσταται μια βασική διαφορά μεταξύ «αφομοιωμένης» τεχνογνωσίας –στο βαθμό που είναι δυνατόν και στα περιορισμένα χρονικά όρια που μας απομένουν- και αυτής της συγκεκριμένης επιστημονικής κατάρτισης, εξοικείωσης  και συναφούς επαγγελματικής εμπειρίας σε αυτά τα θέματα.

 

Η «μεταφυτευμένη» και όχι αφομοιωμένη ήδη τεχνογνωσία ,που διαχέεται άναρχα σε οργανωτικές δομές, δημιουργεί μια στρεβλωτική επίδραση με σωρευτικές τάσεις στη συμπεριφορά του συνολικού συστήματος.

Θα πρέπει, έστω και τώρα, να  διαφοροποιηθούμε από την έως τώρα πρακτική μας και να ενσωματώσουμε τα στοιχεία της συστηματοποίησης και της μεθοδικότητας στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του Στρατηγικού και Τακτικού Προγραμματισμού των Οικονομικών και Επενδυτικών δραστηριοτήτων μας ως χώρα.

 

Δημοσιεύθηκε στο «Περιοδικό Manager»  Σεπτέμβριος  1992

ΑΡΘΡΟ 11

« Τραπεζικός Τομέας :

Φιλελευθεροποίηση &  Εκσυγχρονισμός »

του Νικόλα Τυλλιανάκη

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην  Εφημερίδα Κέρδος  2-4-1992.

 

Οι Τράπεζες εμφανίζονται με μια διπλή προσωπικότητα. Η μία πλευρά της, «η ευχάριστη», παρουσιάζεται με μια ευνοϊκά αποδεκτή αντίληψη από την κοινωνία και την αγορά για τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Η άλλη, «η μυστηριώδης», παρουσιάζεται και εκλαμβάνεται σαν μια δύναμη, ένας «θεσμός» που «καθορίζει» τα πεπρωμένα και τους βαθμούς επιτυχίας στον επιχειρηματικό στίβο», σύμφωνα με τις απόψεις του καθηγητή μου, dr. Donald Jacobs, πρύτανη της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων, J. L. Kellogg Graduate School of Management του πανεπιστημίου Northwestern University του Σικάγου, ΗΠΑ.

Ικανοποιείται πράγματι αυτός ο διπλός ρόλος του Τραπεζικού Συστήματος στη χώρα μας; Αν ναι, τότε, εύλογα τίθεται το ερώτημα αν το τραπεζικό μας σύστημα μπορεί να θεωρηθεί ενταγμένο στο διεθνή καταμερισμό εργασίας του συστήματος. Αν όχι, τότε χρειάζεται να εκσυγχρονισθεί το σύστημα, ή και στην ακραία περίπτωση, ο «Θεσμός».

 

Σ’ αυτή την προσέγγιση υιοθετείται η έννοια του εκσυγχρονισμού όπως προσδιορίζεται από τα επιστημονικά χαρακτηριστικά του. Ο εκσυγχρονισμός δηλ. μιας «συστηματοποιημένης λειτουργικά διαδικασίας» - σύστημα – είναι ένα σύνολο συγκεκριμένων τεχνικών προσεγγίσεων που παρεμβαίνουν στη λειτουργική δομή του συστήματος με στόχο και σκοπό τον επαναπροσδιορισμό της δομής, της λειτουργίας του και κατ’ επέκταση του αποτελέσματός του. Αυτό σημαίνει ότι αλλάζουμε τις λειτουργικές ροές και ροπές του συστήματος, του τραπεζικού τομέα.

Μια σύμφωνα με την παραπάνω συλλογιστική, εκσυγχρονιστική παρέμβαση στο σύστημα θα πρέπει να «κατεβαίνει» στο επίπεδο παραγωγής του συστήματος και προϋποθέτει γνώση της δομής της διάρθρωσης και συναρτησιακής λειτουργίας του συστήματος.

 

Μια τέτοιου είδους εκσυγχρονιστική προσέγγιση που επαναπροσδιορίζει το σύστημα από τις υφιστάμενες δομές του σε διαφορετικές, θα πρέπει να «περάσει» το σύστημα από μια φάση προσαρμογής του.

Αυτή η προσαρμογή ενσωματώνει ένα οικονομικό κόστος.

 

Η Αποκανονικοποίηση (Deregulation) του τραπεζικού συστήματος, που προωθείται τα τελευταία χρόνια, στοχεύει στην άρση των κανονιστικών περιορισμών (Regulations) που προσδιορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος (καθορισμός επιτοκίων, επίπεδο δεσμεύσεων – αποδεσμεύσεων, πιστωτικοί κανόνες κλπ).

 

Έτσι, ενώ το σύστημα λειτουργεί μέσα σε «οριοθετημένα πλαίσια» που καθορίζονται από «ρυθμιστικούς μηχανισμούς», με την Αποκανονικοποίηση το σύστημα «μετατοπίζεται» σ’ ένα διαφορετικό λειτουργικό πλαίσιο, «απαλλαγμένο» από αυτούς τους «ρυθμιστικούς μηχανισμούς», που προσδιορίζεται τώρα από τους «κανόνες της αγοράς»

Αυτή η λόγω της Αποκανονικοποίησης μετατόπιση και επαναπροσδιορισμός του συστήματος, ενσωματώνει ένα κόστος προσαρμογής του συστήματος.

 

Έχουμε δηλ. ένα συνολικό κόστος προσαρμογής που διαμορφώνεται από αυτό του εκσυγχρονισμού του συστήματος και από αυτό της Αποκανονικοποίησής του.

Η στρατηγική που θα έχει στόχο τον εκσυγχρονισμό να προηγείται της Αποκανονικοποίησης του τραπεζικού συστήματος ή να προωθείται σε παράλληλη βάση ελαχιστοποιεί αυτό το συνολικό κόστος προσαρμογής του τραπεζικού συστήματος.

 

Ο εκσυγχρονισμός του τραπεζικού συστήματος στο πλαίσιο της Αποκανονικοποίησής του θα πρέπει να θεωρηθεί μέσα από μία ολοκληρωμένη στα πλαίσια της συνολικής αναπτυξιακής στρατηγικής της Εθνικής Οικονομίας.

Διαφορετικά έχουμε το αποτέλεσμα μιας αποσπασματικής παρέμβασης σε επίπεδο συνολικού συστήματος, αυτό της οικονομίας, όπου τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται διαχέονται αναποτελεσματικά στο συνολικό σύστημα αντί να συμβάλλουν συνεργιστικά στη συνολική ανάπτυξή του.

 

Παρακάτω παρατίθεται η σχηματική παράσταση (*) του υφιστάμενου και προοριζόμενου να διαμορφωθεί, Αποκανονικοποιημένου Τραπεζικού Συστήματος.

 

Στο «ρυθμιζόμενο» ως έχει σήμερα, τραπεζικό σύστημα για τις τράπεζες Α και Β η διαφοροποίηση τιμών παρεχομένων υπηρεσιών (ΤΠΥ) είναι κατά πολύ μικρότερη αυτής της ποιότητος παρεχομένων υπηρεσιών (ΠΠΥ).

 

Untitled-1.jpg

 

Το επίπεδο τιμών ως προς την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών της τράπεζας Α διαφέρει από αυτό της τράπεζας Β. Όμως, ενώ η διαφοροποίηση της τιμής των παρεχομένων υπηρεσιών δεν διαφοροποιείται τόσο δραστικά από την τράπεζα Α στην τράπεζα Β, η διαφοροποίηση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών είναι φανερά δυσανάλογη από την τράπεζα Α στην Β προς το βέλτιον.

 

Οι μεγάλες τράπεζες (Μ) λειτουργούν σε περιβάλλον χαμηλής ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών, ενώ οι μικρότερες (μ) λειτουργούν αντιστοίχως σ’ ένα άλλο σχετικά ανάλογης διαφοροποίησης τιμών αλλά υψηλότερης ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών.

Η προωθούμενη Αποκανονικοποίηση (Deregulation) του συστήματος θα ανακατατάξει τις τράπεζες βάσει του παρακάτω σχήματος, που βασικά δεν είναι παρά η «ευθεία» προσφοράς τιμών ως προς την ποιότητα παρεχομένων υπηρεσιών του τραπεζικού τομέα συνολικά.

 

Η ανακατάταξη λοιπόν, μετά την Αποκανονικοποίηση των τραπεζικών μονάδων του τομέα, θα γίνει ως προς την «ευθεία προσφοράς» τιμών/ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών και θα είναι η παρακάτω:

 

Untitled-2.jpg

 

Οι «Μεγάλες Τράπεζες» θα προσδιορισθούν κατά κανόνα στο λειτουργικό χώρο χαμηλών τιμών αλλά και ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών. Οι δυναμικές τάσεις προσαρμογής της ανακατάταξης θα τις ωθήσει σ’ αυτό το επίπεδο.

Οι ανταγωνιστικές πιέσεις που δημιουργούνται οδηγούν σε συμπίεση των τιμών παρεχομένων υπηρεσιών και σε ανταγωνιστικό πλέον επαναπροσδιορισμό του συνολικού λειτουργικού κόστους της τράπεζας.

 

Η μόνη «διέξοδος» γι’ αυτές τις τράπεζες θα είναι, ελλείψει παραγωγικότητας, που θα απορροφούσε σε αντίθετη περίπτωση αυτές τις δραστικές μειώσεις κόστους παραγωγής χωρίς δραστικές επιπτώσεις στην κερδοφόρα ικανότητά τους ή την κεφαλαιακή τους διάρθρωση, να μειώσουν πιο δραστικά το επίπεδο τιμών των παρεχομένων υπηρεσιών τους, με τη δεδομένη χαμηλή ποιότητά τους, «κατεβαίνοντας» σ’ αυτό το επίπεδο. Τα πόσο αυτές οι τράπεζες θα κρατηθούν έστω σ’ αυτό το επίπεδο ή το πότε θα «επανακάμψουν» θα συναρτάται απόλυτα με το «βαθμό προσαρμοστικότητας και ελαστικότητας» που τους επιτρέπει η εσωτερική διάρθρωση των οργανωτικών δομών τους.

 

Οι βαθμοί ελευθερίας των δυνατοτήτων επανάκαμψης τους συναρτώνται με το βαθμό (βάθος – εύρος) σώρευσης των δομικών στρεβλώσεων (χαρτοφυλάκια πιστοδοτήσεων, σύνθεση παθητικού, υφιστάμενη τεχνογνωσία/τεχνολογία κλπ) και την αποτελεσματικότητα που θα επιδείξουν στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου συνολικού λειτουργικού κόστους.

 

Διότι είναι γεγονός ότι στη βασική λειτουργική δομή αυτών των τραπεζών έχει γίνει μια άναρχη διάχυση ανομοιογενούς τεχνολογίας και στρεβλή ενσωμάτωση διαδικασιών, ο σχεδιασμός δε της οργανωτικής δομής τους έγινε και διευρύνεται για να καλυφθούν βασικές και τρέχουσες μόνο λειτουργικές ανάγκες και όχι στα πλαίσια μιας συνολικής προοπτικής ενταγμένης στη συνολική λειτουργική αναποτελεσματικότητά των.

 

Αναφέρεται το παρακάτω ενδεικτικό παράδειγμα.

Εγένετο η αυτοματοποίηση ολόκληρων λειτουργικών «κομματιών» τραπεζών και μετά το τέλος αυτής της διαδικασίας διαπιστώνεται ότι η σύνθεση και η ενσωμάτωση αυτής της αυτοματοποιημένης λειτουργίας στο υφιστάμενο λειτουργούν σύστημα δεν ήταν λειτουργική ή συνεργιστική αλλά πολλές φορές ούτε δυνατή η εφαρμογή της (χρήση τότε των Interface Systems κλπ).

Η αποδίπλωση πχ της οργανωτικής δομής μιας τέτοιας τράπεζας και η «ιχνηλάτηση» των λόγων της καταρχήν ανάπτυξης αυτού του «Οργανογράμματος» οδηγεί στην διαπίστωση ότι εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί όλους τους λόγους κριτήρια (δημιουργία διευθυντικών θέσεων, προαγωγών κλπ) εκτός από αυτούς της επίτευξης μιας αριστοποιημένης  ή συνεργιστικής συνολικής λειτουργίας.

 

Έγινε, δηλ., η ανάλυση και μετέπειτα «σύνθεση» αυτών των λειτουργικών «κομματιών» με μια ασύμμετρο ένταξή των στη λειτουργική δομή της τράπεζας. Για να «διασφαλισθεί» παρόλα τα παραπάνω η «λειτουργικότητα» του όλου συστήματος προστέθηκαν τεράστια λειτουργικά κόστη, αφού ενσωματώθηκαν αυτές οι στρεβλώσεις στη λειτουργική του βάση.

 

Αυτή η αναγκαστική προσαρμογή των τραπεζών αυτών σε επίπεδο χαμηλών τιμών ποιότητας παρεχομένων υπηρεσιών θα φέρει στην επιφάνεια όλες αυτές τις στρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν την παραγωγική δομή τους, προσδιορίζοντας και το κόστος αυτής της προσαρμογής.

 

Οι «μικρές τράπεζες» αντίθετα βάσει αυτής της προσαρμογής προσδιορίζονται σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο ποιότητας με αναλογική ή όχι μείωση τιμών παρεχομένων υπηρεσιών.

 

Το μικρότερο μέγεθος, ευκολότερα διαχειρίσιμο, οι πιθανές, με διαφορετικό ρυθμό και ένταση, σωρευμένες στρεβλώσεις κα ιη μέχρι τώρα αναπτυχθείσα ικανότητά τους να κρατιούνται στη σχεδόν ολιγοπωλιακή αγορά, τους παρέχει μια άλλη ελαστικότητα προσαρμογής σ’ αυτές τις νέες ανταγωνιστικές τάσεις της αγοράς. Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί ακόμη στο γεγονός ότι τράπεζες που έχουν, τη βασική μόνο, οργανωτική δομή, μπορεί να συγκροτηθούν ταχύτερα λειτουργικά γιατί και το μέγεθος επιτρέπει αλλά και η «αποσυσώρευση» των στρεβλώσεών τους θα είναι ευκολότερη.

 

Οι ΞΕΝΕΣ λειτουργούσες ήδη τράπεζες a priori εντάσσονται στο λειτουργικό περιβάλλον υψηλότατης ποιότητας και ανταγωνιστικότατων τιμών παρεχομένων υπηρεσιών. Η ενσωματωμένη ήδη τεχνογνωσία και τεχνολογία στις δομές τους, τους επιτρέπει αυτή την ένταξη. Η υφιστάμενη τεχνογνωσία τους, που επιτρέπει μια ευμενέστατη διάρθρωση των συντελεστών ενεργητικού – παθητικού, η κεφαλαιακή, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, ευμενέστατη διάρθρωση των μητρικών τους (λειτουργών με το καθεστώς Branching) είναι στοιχεία που τους διασφαλίζουν, εκτός των παραπάνω, και μια άριστη διεισδυτικότητα και σύλληψη ενός υγιέστατου τμήματος της ελληνικής αγοράς και θα αποτελέσουν, όπως ήδη τώρα, την αιχμή των ανταγωνιστικών πιέσεων στην αγορά.

 

Οι ΝΕΟ-ΔΡΥΘΕΙΣΕΣ/ΙΔΡΥΟΜΕΝΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ έχουν μια βασικότατη και ουσιαστική εξ’ αρχής επιλογή σαν νέο-εισερχόμενες (newcomers) στο σύστημα να «αυτοενταχθούν» σε όποιο επίπεδο αυτές προσδιορίσουν.

 

Η σχετική διαφοροποίησή τους που αφορά αφενός στο «συγκριτικό τους πλεονέκτημα» δεδομένου ότι εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά – newcomers – χωρίς δομημένες / σωρευμένες δομικές στρεβλώσεις στην παραγωγική τους βάση και αφετέρου στο «συγκριτικό μειονέκτημά» τους λόγω νέας και μη επαρκούς παρουσίας τους στην αγορά, θα πρέπει απαραίτητα να αποτελέσει το βασικότερο στοιχείο του  στρατηγικού προγραμματισμού των. Παράλληλα, θα πρέπει να υφίσταται ο αντίστοιχος τακτικός υποστηρικτικός σχεδιασμός των στρατηγικών στόχων.

 

Η τεχνική σχεδιασμού της οργανωτικής δομής των τραπεζών θα πρέπει να ενσωματώνει στην παραγωγική βάση της τράπεζας την απαραίτητη τεχνολογία – τεχνογνωσία σαν απαραίτητα συστατικά της λειτουργικής αποδοτικότητας και οικονομικής αποτελεσματικότητάς της.

 

Θα πρέπει η συμπεριφορά των νέων τραπεζών να χαρακτηρίζεται από επιταχυντικές–τάσεις συνάρτηση της οργανωτικής δομής τους – έτσι ώστε βραχυπρόθεσμα να αντισταθμίσει το τυχόν «συγκριτικό μειονέκτημα» της μη «επαρκούς» παρουσίας τους στην αγορά. Θα πρέπει επίσης να είναι βασικός στρατηγικός τους στόχος το πού θα «καθίσουν» στην αγορά, τι μερίδιό της θα «συλλάβουν» και βασικά με τι image πρώτο εισέρχονται  στην αγορά.

 

Θα λειτουργήσουν στο περιβάλλον, το αποκανονικοποιημένο πλέον, υψηλών τιμών παρεχομένων υπηρεσιών – υψηλής ποιότητας ή χαμηλών τιμών ή υψηλής ποιότητας ή κάπου ενδιάμεσα; Στρατηγικός στόχος που θα πρέπει απαραίτητα να έχει εκ των προτέρων προσδιορισθεί.

 

Εάν πχ μία υφιστάμενη συνήθως «μεγάλη» τράπεζα, λόγω των σωρευμένων δομικών στρεβλώσεών της δεν μπορεί να προσαρμοσθεί σ’ ένα λειτουργικό περιβάλλον χαμηλότερης τιμής / υψηλότερης ποιότητας υπηρεσιών ή αντίστροφα (απομένει φυσικά σ’ αυτή την περίπτωση να γίνει αυτό αποδεκτό από την αγορά που έχει «εμπειρία» της συγκεκριμένης τράπεζας σύμφωνα με το προηγούμενο image της), οι νέες τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν αυτό το συγκεκριμένο πρόβλημα. Εκφράζεται η ευχή και η ελπίδα ότι αυτές τουλάχιστον οι αξιόλογες προσπάθειες που αφορούν ειδικότερα στην ίδρυση και λειτουργία νέων τραπεζών να λειτουργήσουν σαν «εξυγιαντικοί» μοχλοί για το τραπεζικό μας σύστημα.

 

Η προσαρμογή αυτή θα δημιουργήσει εξ ανάγκης ισχυρές πιέσεις στο λειτουργικό αλλά και στο κόστος άντλησης κεφαλαίων των τραπεζών, στην ποιοτική ανασύνθεση του σκέλους του παθητικού και θα οδηγήσει σε μια εξ ανάγκης ταυτόχρονη ανακατάταξη των συντελεστών του ενεργητικού των.

 

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή βραχυπρόθεσμα ή έστω μεσοπρόθεσμα, οι μονάδες του τομέας δεν θα μπορέσουν να απορροφήσουν αυτό το κόστος προσαρμογής, τότε θα εκτοπίζονται από το σύστημα, λόγω των ανταγωνιστικών δυναμικών πιέσεων της προσαρμογής. Η επιτυχής όμως στρατηγική προσαρμογής σ’ ένα τέτοιο Αποκανονικοποιημένο περιβάλλον θα πρέπει να προσδιορίζεται, πολλές φορές εκ των προτέρων, από τις δυνατότητες των τραπεζών να προσανατολισθούν σε μία μεθοδολογία επιταχυνόμενης   άντλησης – χρήσης πόρων (sourcesuses of funds) και την άμεση δημιουργία ενός λειτουργικού περιβάλλοντος ευνοϊκής δομής κόστους – εσόδων που να ενισχύεται συμπληρωματικά από μια υγιή κεφαλαιακή διάρθρωση τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

 

Αντίστοιχες προσπάθειες Αποκανονικοποίησης έχουν ήδη καταγραφεί σε λειτουργικά πλαίσια τραπεζικών τομέων άλλων χωρών που είχαν μια συγκεκριμένη δυναμική, ένα ικανότατο βαθμό προσαρμοστικότητας σε δυναμικά μεταβαλλόμενες τάσεις αγοράς, ελαχιστοποιημένες στρεβλώσεις στην παραγωγική βάση τους και μια συγκεκριμένη ικανότητα δράσης / αντίδρασης ως σύστημα.

 

Τότε η Αποκανονικοποίηση, περνώντας από μια σύντομη φάση προσαρμογής με ανάλογο χαμηλό κόστος, σε συνδυασμό με τις ενσωματωμένες στο σύστημα ροπές αυτορρύθμισής του, αποτέλεσε μια εκσυγχρονιστική και εξυγιαντική στρατηγική.

Σε διαφορετική περίπτωση, ο αναλυτικός σχεδιασμός πρέπει να συνυπολογίζει το συνολικό μέγιστο κόστος προσαρμογής παράλληλα με τον υπαρκτό κίνδυνο της αντίθετα απορρύθμισης του συστήματος. Σ’ αυτή την περίπτωση του τραπεζικού μας συστήματος ενδείκνυται να προηγηθεί ή να προωθηθεί παράλληλα της Αποκανονικοποίησης του τραπεζικού συστήματος ο Εκσυγχρονισμός της λειτουργικής βάσης του.

 

__________________________

(*) Η διδακτορική του διατριβή αναφέρεται στη στρατηγική  εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης του τραπεζικού συστήματος και της προσαρμογής του σ’ ένα φιλελευθεροποιούμενο περιβάλλον (μοντέλο Εθνική Τράπεζα Ελλάδος).

(*) Ο συγγραφέας διετέλεσε πρόεδρος Αμερικανικής τράπεζας στις ΗΠΑ και καθ’ όλες τις φάσεις της φιλελευθεροποίησης του Αμερικανικού  τραπεζικού συστήματος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην  Εφημερίδα Κέρδος  2-4-1992.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου